Ο ομοφυλόφιλος Φράνσις ως καταραμένος δημιουργός


Also, I think that man now realizes that he is an accident, that he is a completely futile being, that he has to play out the game without reason.

(Επίσης, νομίζω πως τώρα ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι συνιστά ένα ατύχημα, ότι είναι μια ύπαρξη εντελώς μάταιη, ότι πρέπει να παίξει το παιχνίδι χωρίς κάποιο λόγο.)

Francis Bacon

 

manatwashbasin_1989-90.jpg 
1. Άνδρας στο Νιπτήρα, 1989-90
 

(Λίγες ακόμα προσωπικές σκέψεις για τον Φράνσις Μπέικον, από κάποιον με ανεπαρκείς γνώσεις πάνω στην τέχνη και την κριτική της.)

Η μετάφραση του προηγούμενου ποστ μας είπε, μεταξύ άλλων, το εξής: Το έργο του Μπέικον – γεμάτο παραμορφωμένες φιγούρες και βιαίες σκηνές που σχεδόν όλες μοιάζουν να βγαίνουν από εφιάλτες – δεν μπορεί να ερμηνευθεί αν δεν λάβουμε υπόψη και τον πολυκύμαντό του βίο, και μάλιστα τον ερωτικό. Παραμένει βέβαια αμφιλεγόμενο σε ποιο βαθμό οφείλουμε ή μπορούμε να βασιζόμαστε στη βιογραφία για να προσεγγίσουμε έναν δημιουργό. Η ορθότητα της θέσης του Πικάσο, ότι “Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς το έργο ενός καλλιτέχνη. Είναι απαραίτητο και να ξερει πότε το δημιούργησε, γιατί, πώς, υπό ποιες συνθήκες”, δεν είναι καθόλου αυταπόδεικτη. Κι ο ίδιος ο Μπέικον είπε πως οι πίνακές του πρέπει να παραμένουν αυθύπαρκτοι και να κρίνονται ανεξάρτητα από εξωζωγραφικά στοιχεία.

Από την άλλη όμως, μια απ’ τις πολυσυζητημένες εκείνες ρήσεις του Μπέικον έλεγε – χωρίς κατά βάθος να αντιφάσκει ως προς την προηγούμενη – πως:

Η ζωγραφική μου είναι μια αναπαράσταση της ζωής, και πάνω απ’ όλα της δικής μου ζωής, που υπήρξε πολύ δύσκολη. Έτσι λοιπόν ίσως και να είναι πολύ βίαιη η ζωγραφική μου, αλλα αυτό είναι φυσικό για μένα.

 

triptych-1991.jpg
2. Τρίπτυχο, 1991

 

Πράγματι, έστω μια σύνοψη κάποιων βασικών βιογραφικών του Μπέικον είναι εύγλωττη. Ως παιδί έπασχε από βαρύ άσθμα, και μεγάλωνε πλάι σ’ έναν βάναυσο πατέρα – που τελικά τον έδιωξε απ’ το σπίτι στα 17 του, όταν τον έπιασε να θαυμάζει το είδωλό του στο καθρέφτη φορώντας τα εσώρρουχα της μητέρας του. Μποέμ θα ήταν μια ταιριαστή περιγραφή για τη μετέπειτα ζωή του. Μακριά απ’ την οικογενειακή εστία τα εβγαζε πέρα με λίγα χρήματα και κάποιες μικροκλοπές, μα και αξιοποιώντας τη γοητεία που ασκούσε σε μεγαλύτερους άνδρες. Με έναν απ’ αυτούς βρέθηκε στο εμβληματικό, παρακμιακό Βερολίνο του μεσοπολέμου, κι έπειτα στην καλλιτεχνική πρωτεύουσα της εποχής, το Παρίσι, όπου άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ζωγραφική. Ασχολήθηκε με τη διακόσμηση, για να βγάζει χρήματα δημοσίευε αγγελίες ως “συνοδός κυρίων”, ενώ σταδιακά άρχισε να εκθέτει έργα του. Μεταπολεμικά η φήμη του άρχισε να εδραιώνεται, ενώ κατέστρεψε σχεδόν όλα πρώιμα έργα του. Παράλληλα συνέχισε μια ζωή κοσμοπολιτισμού και κραιπάλης, με κάποια μεγάλα ταξίδια, πολύ ποτό, τζόγο και σεξ, και κάποιες μακροχρόνιες ερωτικές σχέσεις που σημαδεύτηκαν από αστάθεια, συγκρούσεις, τραυματικές εμπειρίες, και τους πρόωρους θανάτους δυο εραστών του.

two_figures_with_a_monkey.jpg 
3. Δυο Μορφές με Πίθηκο, 1973

Οι λιγοστές αυτές βιογραφικές πληροφορίες σκιαγραφούν μια ζωή τρικυμιώδη, που παραπέμπει σε κάποιο βαθμό στο πρότυπο του παρακμιακού δημιουργού – όπως το ξέρουμε από εμβληματικές περιπτώσεις αυτοκαταστροφικών ποιητών. Και το θέμα είναι πως βρίσκεται στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος με το κλίμα που αναδύεται από το έργο του. Νομίζω πως οποιονδήποτε σχεδόν πίνακα του δει κανείς, δεν μπορεί παρά να νιώσει δονήσεις της ίδιας ποιότητας με αυτές που εκπέμπει η περσόνα Μπέικον. Επομένως, η ζωή του είναι μια αυταπόδεικτη στην πράξη πυξίδα που μπορεί να μας κατευθύνει μες στη ζωγραφική του Μπέικον. Θα χρησιμοποιήσω την πυξίδα αυτή για να πάρω ένα συγκεκριμένο μονοπάτι. 

 lying-figure-1977.jpg 
4. Ξαπλωμένη μορφή, 1977

Είναι προφανές πως ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία στο βίο του, στη ζωγραφική του και στην οργανική τους σχέση, ήταν το ερωτικό˙ κι αξίζει να δούμε πως εκφράζεται η φιλομόφυλη, η queer ταυτότητα στον καλλιτέχνη Μπέικον. Χωρίς αμφιβολία, τα χρώματά της είναι μελανά. Οι ερωτικοί του πίνακες, όπως μας είπε και ο Emmanuel Cooper, μοιάζουν να ξεπηδούν όχι από ρομαντική ταινία, ούτε από ονείρωξη, μα από εφιάλτη, έως κι από σκηνή βιασμού. Η σαρκική συνεύρεση παραπέμπει πιο πολύ σε πάλη – εξάλλου ένα χαρακτηριστικό μοτίβο το εμπνεύστηκε από μια σπουδή δυο γυμνών παλαιστών του φωτογράφο του δέκατου ένατου αιώνα Eadweard Muybridge [εικόνα 3]. Το γυμνό ανδρικό σώμα είναι παραμορφωμένο, κατακερματισμένο, μοιάζει να βασανίζεται [εικόνα 2, εικόνα 4]. Ο χώρος που είναι τοποθετημένο, γυμνός, άδειος και ακαθόριστος, μοιάζει μαζί με φυλακή και με αχανή έρημο˙ κάποτε περιβάλλεται από κάτι που μοιάζει με κάγκελα, κάποτε παραπέμπει σε τουαλέτα μέσω ενός νιπτήρα ή μιας λεκάνης [εικόνα 1]. Όσοι με διαβάζετε καιρό, ίσως καταλάβατε πού το πάω. Από τα παραπάνω τολμώ να διατυπώσω το συμπέρασμα ότι η φιλομόφυλη ταυτότητα στον Μπέικον διαθέτει μια έντονα αρνητική απόχρωση. Όπως λέγαμε στο παρελθόν για τον Χριστιανόπουλου (”Ο Χριστιανόπουλος, το τεκνό και το κουσούρι“), μου φαίνεται πολλές φορές ο Μπέικον δείχνει να συνδέει τον queer ερωτισμό με την παρακμή και την οδύνη˙ να την αποτυπώνει κάποτε σαν μια κατάρα. Και το άρθρο του Cooper μας έδωσε ενδείξεις ότι και στη ζωή του είχε κάποια ανάλογα αισθήματα. Κράτησε αποστάσεις με το γκέι κίνημα, ενώ είχε πει σε συνέντευξή του:

(Ο Μπέικον) μου είπε ότι είχε καταλήξει πως η ομοφυλοφιλία ήταν μια συμφορά, πως κάποια στιγμή στη ζωή του τον είχε μετατρέψει σε απατεώνα/λωποδύτη. Το ότι είχε καταλήξει απατεώνας, όχι το σεξ, ήταν λόγος για ντροπή…

Σε γενικές γραμμές, εισπράττω από τον ζωγράφο και άνθρωπο Μπέικον μια παλιομοδίτικη αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας, μια μυστικοπάθεια και μιαν αιδώ αστικού τύπου.

 triptych-in-memory-of-george-dyeri.jpg    triptych-in-memory-of-george-dyerii.jpg   triptych-in-memory-of-george-dyeriii.jpg
5-7. Στη Μνήμη του George Dyer, 1971

Φυσικά αν σταματήσω εδώ αισθάνομαι πως θα αδικήσω τον δημιουργό, για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον, πρέπει να θυμηθούμε το βιογραφικό του. Αφήνω ότι σίγουρα στη χωρίς φραγμούς ζωή του θα βρίσκαμε εύκολα αποδείξεις ότι συχνά αγνοούσε τους φραγμούς του συντηρητικού περιβάλλοντός του. Πέρα απ’ αυτό, αν σύμφωνα με τον ίδιο “η ζωγραφική του είναι αναπαράσταση της ζωής του”, το υλικό που είχε να αναπαραστήσει ήταν γεμάτο αστάθεια, βία, οδύνη και παρακμή. Πόσο φωτεινή θα περίμενε κανείς να ζωγραφίσει την ομοφυλοφιλία του το θηλυπρεπές αγόρι που εκδιώχθηκε από έναν αυταρχικό πατέρα; Ή ας πάρουμε τους εραστές του. Με όλους σχεδόν η συνύπαρξή του ήταν πολυκύμαντη. Ένας από τους πιο μακροχρόνιους ήταν ο George Dyer, ένας πρώην λωποδύτης που βγήκε από το περιθωριο με τον Μπέικον, μα ποτέ δεν ένιωσε άνετα στο κοσμικό του περιβάλλον. Αυτοκτόνησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έμεναν μαζί, παίρνοντας υπερβολική ποσότητα βαρβιτουρικών, την παραμονή της αναδρομικής του Μπέικον στο Beaubourg κι ενώ εκείνος ήταν απασχολημένος με τις προετοιμασίες της. Το συμβάν αποτυπώνεται στο Τρίπτυχο Μάιος-Ιούνιος 1973 [εικόνες 12, 13, 14 του προηγούμενου ποστ], όπου απεικονίζεται μια βασανιζόμενη ανδρική φιγούρα που κάνει εμετό, και θαρρείς ψυχορραγεί, μέσα σε μια τουαλέτα. Ένα ακόμα συγκλονιστικό τρίπτυχο είναι αφιερωμένο στον αυτόχειρα, το Στη Μνήμη του George Dyer, 1971 [εικόνες 5, 6, 7]. Αυτό που θέλω να πω είναι πως η ερωτική ζωή του Μπέικον απεικονίστηκε τόσο εφιαλτικά, γιατί τόσο εφιαλτικές ήταν πολλές στιγμές που είχε να θυμάται από αυτήν, και όχι απλώς λόγω “θεωρητικών”, εσωτερικών συμπλεγμάτων του απέναντι στην ομοφυλοφιλία του. (Βέβαια η ερωτική μας ζωή είναι σε μεγάλο βαθμό καθρέφτης του εσωτερικού μας κόσμου˙ μα αυτή η συζήτηση πάει πολύ μακριά). Μόνο στον τελευταίο έρωτά του, τον John Edwards – που υπήρξε κάτι μεταξύ εραστή και θετού γιου και τελικά έγινε γενικός του κληρονόμος – νιώθω πως ηρέμησε κάπως ο τρικυμιώδης τρόπος που αποτύπωνε στο μουσαμά τους συντρόφους του [εικόνα 8].

study-for-a-portrait-of-john-edwards-1985.jpg
8. Σπουδή για Πορτρέτο του John Edwards, 1985

Δεύτερος λόγος είναι ο εξής: Θα είναι λάθος αν απολυτοποιήσουμε το ερωτικό στοιχείο στην προσέγγιση της ζωγραφικής του Μπέικον. Το θεματικό περιεχόμενό της δεν ήταν μόνο ερωτικό, η ζωή του δεν ήταν μόνο έρωτας. Η βίαιη, αγωνιώδης του τεχνοτροπία αφορά το σύνολο της εικονοποιίας του, και εξωτερίκευσε το σύνολο του εσωτερικού του κόσμου, που δεν περιοριζόταν στο βίωμα του έρωτα. Προσπαθώ να πω πως στους πίνακές οι εφιαλτικές σκηνές, τα κατακερματισμένα, αποξενωμένα από το περιβάλλον τους υποκείμενα δεν προκαλούν μόνο σεξουαλικούς, μα γενικότερους συνειρμούς.

head-vi-1949.jpg 
9. Κεφαλή VI, 1949

Το εντός του Μπέικον ίνδαλμα της ζωής, και μάλιστα της ζωής του ανθρώπου του εικοστού αιώνα, είχε κάτι το έντονα βασανιστικό. Ένα μέρος του, παρόμοιων αποχρώσεων, ήταν και το ίνδαλμα του έρωτα. Στις αποκρουστικές παραλλαγές του στο Πορτρέτο του Πάπα Ιννοκέντιου Χ του Βελάσκεθ [εικόνα 9], ή σε πίνακες όπως η Ξαπλωμένη Μορφή με Υποδερματική Σύριγγα, 1963 [εικόνα 10], δεν υπάρχει ερωτικό στοιχείο, παρά μόνο το αδιέξοδο ενός μετέωρου ανθρώπου μέσα στην απελπιστική συνθήκη της σύγχρονης εποχής και της διαχρονικής τραγωδίας της ύπαρξης.

lying-figure-with-hypodermic-syringe-1963.jpg
10. Ξαπλωμένη Μορφή με Υποδερματική Σύριγγα, 1963

Δυο λόγια πιο προσωπικά. Με αφορμή τον Χριστιανόπουλο, έγραφα παλιότερα (Η ομοφυλοφιλία σαν κατάρα) το εξής: οφείλουμε να απορρίπτουμε ως εντελώς αναχρονιστικό το πρότυπο σκέψης που μας περνάει το περιβάλλον μας, ότι η ομοφυλοφιλία συνιστά μια κατάρα, ένα “μειονέκτημα” που μοιραία μας οδηγεί στην παρακμή. Στον Μπέικον – όπως τον καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον – υπάρχουν στοιχεία αυτής της αντίληψης, κι αυτό πρέπει να το αντιμετωπίζουμε κριτικά. Τώρα: Ο Μπέικον είναι από τους αγαπημένους μου ζωγράφους, και μάλιστα από αυτούς που νιώθω ότι τα έργα τους ζωγραφίστηκαν για μένα. Οφείλω λοιπόν να ομολογήσω με ντροπή ό,τι αυτό υπαινίσσεται: Πως, παρά το πόσο επαίρομαι να λέω ότι έχω εξελιχθεί, και παρά τη συνειδητή μου απόρριψη όλων των συντηρητικών στερεοτύπων για την ομοφυλοφιλία, μέσα μου δεν έχω απαλλαγεί εντελώς από κάποια ύπουλη σύνδεση μεταξύ ηδονικού φιλομόφυλου βίου και παρακμής. Όμως, εξάλλου, όλη η ιδεολογία μου μοιάζει με αυτήν του Μπέικον, ως προς την απαισιόδοξη αντίληψη της ανθρώπινης ζωής ως “μιας ιστορίας που διηγείται ένας ηλίθιος και δεν σημαίνει τίποτα” (για να θυμηθώ τον Μακμπέθ, μα και τη ρήση του Μπέικον που προτάσσω στο ποστ). Και κατά βάθος αυτός είναι ο λόγος που μου αρέσει τόσο. Μαγεύτηκα όταν είδα πως ο Μπέικον είχε εμπνευστεί από την Ορέστεια του Αισχύλου (για όσους θυμούνται τα Bιβλία που με σημάδεψαν), και αποτύπωσε στον καμβά την τραγική διάσταση της ύπαρξης [εικόνα 11]. Και, αν ήμουν ζωγράφος, δεν ξέρω αν ζωγράφιζα σαν τον Μπέικον, θα μπορούσα όμως να έχω πει τη δική του απάντηση στην περιγραφή της ζωγραφικής του ως βίαιης και αποκρουστικής:

You can’t be more horrific than life itself.

(Είναι αδύνατο να γίνεις πιο τρομακτικός από τη ζωή την ίδια.)

 

fbacon_triptych_inspired_by_the_oresteia_of_aeschylus_1981.jpg
11. Tρίπτυχο εμπνευσμένο από την Ορέστεια του Αισχύλου, 1981

 

 

Παραπομπές:
Άρθρο Wikipedia
Bacon Quotes
GemeenteMuseum: Francis Bacon
Alex Alien: Francis Bacon Archive
Alex Alien: School of Bacon

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. 34 σχόλια »

Η ομοερωτική τέχνη και ο Φράνσις Μπέικον

101.jpg  
1. Σπουδή στο Ανθρώπινο Σώμα, 1949

 

(Mε το ποστ αυτό ξεκινώ μια σειρά μεταφράσεων ξένων κειμένων. Η ιδέα ξεκίνησε απ’ την επιθυμία μου να μοιραστώ ενδιαφέροντα κείμενα σχετικά με τις πολιτισμικές διαστάσεις της ομοφυλοφιλία – με κάθε δυνατή έννοια της φράσης. Ελπίδα μου είναι να σταθούν αφορμή για λίγη συζήτηση πάνω στο παραμελημένο αυτό θέμα.)

Το ακόλουθο κείμενο αφορά τον γνωστό άγγλο ζωγράφο Φράνσις Μπέικον, και προέρχεται από την ιστοσελίδα Queer Arts, μια έξοχη δουλειά για τη φιλομόφυλη τέχνη. Το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον για πέντε λόγους: Πρώτον, γιατί απεικονίζει πολλαπλές νοηματοδοτήσεις της ομοφυλοφιλικής ταυτότητας ενός καλλιτέχνη. Σε μια χώρα που ακόμα και όροι όπως “γκέι τέχνη” είναι εντελώς παρεξηγημένοι και αμφισβητίσιμοι, ελπίζω να προκαλέσει λίγη σκέψη, έστω και στους ελάχιστους που θα το διαβάσουν. Δεύτερον, αποτυπώνει μια χαρακτηριστική έλλειψη ετοιμότητας, σε βαθμό απροθυμίας και παρανάγνωσης, της κριτικής να αξιολογήσει το ομοερωτικό στοιχείο στο έργο ενός καλλιτέχνη.

Στο επίκεντρο του κειμένου βρίσκεται ο όρος “queer”. Στην αγγλική γλώσσα, όπως η λέξη “gay” σήμαινε απλώς “χαρούμενος”, το “queer” είχε αρχικά μόνο την έννοια του παράξενου, του ασυνήθιστου, του αποκλίνοντος, του “εκτός των συνηθισμένων”. Σήμερα περισσότερο αποτελεί έναν ευρύ, και πολιτικώς αρκετά ορθό όρο για τον lgbt/λοατ πληθυσμό, για τους μη ετεροφυλόφιλους. (Βλέπε και το άρθρο της Wikipedia για περισσότερες εξηγήσεις και νοηματικές αποχρώσεις.) Στα ελληνικά μπορούμε με σχετική ακρίβεια να τον μεταφράσουμε με τις λέξεις “ομοφυλόφιλος” ή “γκέι”, αν και όπως είπα έχει κάπως γενικότερη σημασία. (Σε κάποια σημεία στο κείμενο τον κρατώ αμετάφραστο αφού δεν μπορεί να αποδωθεί κάθε απόχρωσή του με ακρίβεια.) Το θέμα είναι πως το κείμενο αφορά, εκτός απ’ την καλλιτεχνική της διάσταση, γενικά την “queer”, τη φιλομόφυλη ταυτότητα – και αυτός είναι ένας τρίτος λόγος που αξίζει την προσοχή σας.

Τέταρτος λόγος: Πέρα από την έλξη του στο ίδιο φύλο, ο Μπέικον προσεγγίζεται γενικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ζωής – εξού κι ο τίτλος δεν αναφέρεται στον Μπέικον μα στον Φράνσις. Αναδύεται λοιπόν το ζήτημα της σχέσης καλλιτεχνικού έργου και ιδιωτικού βίου – η οποία σηκώνει μεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση..

Ο πέμπτος λόγος είναι, πολύ απλά, ότι συμβάλλει στην ερμηνεία ενός έξοχου καλλιτέχνη, και προσωπικού αγαπημένου. Όσοι δεν τον ξέρετε καλά, ευκαιρία να τον γνωρίσετε.

(Τα έντονα γράμματα και οι σημειώσεις είναι του συγγραφέα, εκτός από όσες αναφέρω ως δικές μου. Εύχομαι η μετάφραση να μην κριθεί εντελώς ανεπαρκής – σχετικά σχόλια ευπρόσδεκτα. Κάντε κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση. Το αγγλικό κείμενο εδώ.)

 

22.jpg 
2. Δυο Μορφές, 1953

 

Queer Francis

Η ζωή, ο θάνατος κι ο πόνος στο έργο του Φράνσις Μπέικον

Κείμενο, επιλογή έργων: Emmanuel Cooper.

 

Και η ζωή και το έργο του Φράνσις Μπέικον είναι, παραδόξως, έντονα συμβατικά και ταυτόχρονα εικονοκλαστικά. Ως καλλιτέχνης χρησιμοποιούσε λαδομπογιές και παραδοσιακούς καμβάδες μουσαμά – αν και προτιμούσε να ζωγραφίζει όχι από την καλή και λεία, μα απ’ την ανάποδη, τραχια κι ακατέργαστη πλευρά τους. Απαιτούσε επίσης οι πίνακές του να εκτίθενται με ευπρεπείς επίχρυσες κορνίζες. Την ίδια στιγμή υπήρχε ένα προκλητικό, συνταρακτικό στοιχείο στα έργα του, με  αυτοβιογραφικό ένα σημαντικό μέρος του θεματικού τους περιεχομένου. Συχνά αφορούσαν την ομοφυλοφιλία του, τις στενά προσωπικές, και συχνά επώδυνες σχέσεις του, κι τη δυσαρμονική αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο εν γένει. Ο Μπέικον ίσως να περιέγραφε τον εαυτό του ως “queer” με την παλιομοδίτικη έννοια του “παράξενου”. Ωστόσο μπορεί δικαιολογημένα να του αποδωθεί ο χαρακτηρισμός του γκέι καλλιτέχνη (”queer artist”), βάσει της άποψης του Philip Derbyhire περί  “αποσυνάγωγων που απορρίπτουν και ανατρέπουν τα στεγανά και τις συμβάσεις”.

Ο θάνατος του Φράνσις Μπέικον το 1992, στα 82 του χρόνια, αποτελεί μια σημαντική στιγμή, ένα σημείο καμπής στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο την έννοια του ομοφυλόφιλου-”queer”, μα και του πώς οι καλλιτέχνες ένιωθαν ότι μπορούσαν να λειτουργήσουν, αν ήθελαν να είναι αληθινοί απέναντι στον εαυτό τους, και μαζί να βρουν ένα δρόμο αποδοχής από μια κοινωνία εν πολλοίς εθρική για τη φιλομόφυλη έκφραση. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργός των συντηρητικών, εξέφραζε  μια κοινή άποψη όταν αναφέρθηκε στον Φράνσις Μπέικον ως “τον καλλιτέχνη που ζωγραφίζει εκείνους τους αποκρουστικούς πίνακες”. Η Θάτσερ υπήρξε γνωστή για τον υλισμό και την πεζότητά της – τα καλλιτεχνικά της ενδιαφέροντα μάλλον περιορίζονταν στη συλλογή κομψών κεραμικών μπιμπελό – κι αυτό το σχόλιο μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά τόσο τη συχνά βίαιη ζωγραφική τεχνοτροπία του Μπέικον, όσο και το συνηθισμένο του θέμα της διάδρασης μεταξύ δύο ανδρών, που για τον Μπέικον δεν ήταν ούτε τρυφερή ούτε ήρεμη μα τρικυμιώδης και τραυματική.

Όσον αφορά την κριτική του έργου του, ο θάνατος του Μπέικον σήμανε το τέλος της παραδοσιακής τακτικής της ευγένειας και της τυπικότητας, και το ξεκίνημα μιας νέας, πιο φρέσκιας θετικής αποτίμησής του. Ανεξαρτήτως περίστασης, ο Μπέικον συχνά εμφανιζόταν ως όψιμος Εδουαρδιανός κύριος [1]. Υπήρξε ελκυστικός ως νέος, και παρότι του αποδιδόταν έντονη ζωή με πολύ αλκόολ, διατήρησε (και έβαφε) τα μαλλιά του, κι όλο το εντυπωσιακό του παρουσιαστικό. Στις δημόσιες εμφανίσης του ήταν πάντα ο κομψός εργένης, που έδειχνε ευκατάστατος κι είχε κάτι το μεγαλοαστικό, ή το απροσδιόριστα αριστοκρατικό. Λάτρευε το οινόπνευμα, το φαγητό, τον τζόγο και το σεξ. Η καλλιτεχνική του επιτυχία του επέτρεπε να ζει πλουσιοπάροχα, ενώ, παρά τη μαζική δημοσιότητα στο τέλος της ζωής του, η ιδιωτικότητά του ήταν ιδιαίτερα προστατευμένη. Τα μέσα, το κοινό και οι φίλοι του συνωμοτούσαν μαζί του ώστε ένα πέπλο μυστικότητας να κρύβει τις περιπέτειες της ζωής του, καθώς και κάθε ομοφυλοφιλική ανάγνωση του έργου του.

 

24.jpg 
3. Δυο Μορφές στο Γρασίδι, 1954

 

Η αγωνία της ανάλυσης

Ο θάνατος του Μπέικον αποτέλεσε μια σημαντική στιγμή, ένα σημείο καμπής, το τέλος μιας σύμβασης, μετά το οποίο αναγνωρισμένοι μελετητές και γνώστες του έργου του Μπέικον, όπως ο Michel Leris και ο David Sylvester, ένιωσαν επιτέλους ότι επιτέλους μπορούν να ασχοληθούν με κάποια σημαντικά σημεία της ζωγραφικής και της ζωής του. Μέχρι τότε η ζωή αυτού του αναγνωρισμένου καλλιτέχνη έμενε διακριτικά εκτός συζήτησης, η οποία αφορούσε θέματα όπως η φόρμα, η χρήση του χρώματος, οι ιστορικοί προάγγελοί του, και άλλα τέτοιου είδους. Με το θάνατό του οι φραγμοί ετών έσπασαν, κι όσα είχαν συσσωρεύσει πίσω τους ξεχύθηκαν ως ένας χείμαρρος νεκρολογιών και βιογραφιών, πανέτοιμων να προσφέρουν λεπτομερείς, συχνά αδιάκριτες περιγραφές της ζωής και των ερώτων του – για τα οποία μέχρι τότε είχαν ακουστεί ελάχιστα πέρα από υπαινιγμούς. [2]

Η συζήτηση για τη ζωή – και το θάνατο – του Μπέικον είναι σημαντική όχι μόνο λόγω του ιδιαίτερου, προκλητικού τρόπου που αναφερόταν με τη ζωγραφική στην ομοφυλοφιλία του, και χάριζε στη φιλομόφυλη επιθυμία τη δυνατότητα μιας εμφανούς, αν και συχνά κρυπτογραφημένης, παρουσίας στην τέχνη˙ μα και λόγω των συχνά μυθικών διαστάσεων που δίνονταν στην καλλιτεχνική του αξία. Σε ένα αφιέρωμά του στον Μπέικον μετά το θάνατο του ζωγράφου, ο Grey Gore, αργότερα αναγνωρισμένος πρόεδρους του Συμβουλίου Τεχνών, χαρακτήρισε τον Μπέικον ως “τον σπουδαιότερο ζώντα ζωγράφο και το μεγαλύτερο βρετανό ζωγράφο από την εποχή του Τέρνερ,” μια άποψη που υιοθέτησαν πολλοί κριτικοί, καλλιτέχνες και μελετητές. Ο Nicholas Serota, διευθυντής της Τέιτ Γκάλερι, αν και πιο συγκρατημένος, ήταν κι αυτός αφειδώλευτος στο εγκώμιό του, λέγοντας πως “ο Μπέικον δεν ήταν μόνο ο μεγαλύτερος βρετανός ζωγράφος της γενιάς του, μα και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πλέον εξέχοντες μεταπολεμικούς καλλιτέχνες.” Πιο πρόσφατα, τόσο εκθειαστικές κρίσεις έχουν περιοριστεί. Ο κατάλογος της τέλευταίας έκθεσης των έργων του Μπέικον σε χαρτί (Τέιτ Γκάλερι, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1999) περιγράφει τον Μπέικον ως “έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της ανθρώπινης μορφής στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα” – μια αποτίμηση αισθητά πιο συγκρατημένη μα όχι χωρίς ουσία.

Στον κόσμο της τέχνης τόσο εντυπωσιακοί έπαινοι σπάνια προσφέρονται με ελαφρά συνείδηση, και προκαλούν ακόμα περισσότερη έκπληξη αν λάβουμε υπόψη ότι ο Μπέικον, από πολές απόψεις, ήταν πολύ συμβατικός, ένας παλιομοδίτης ζωγράφος που δούλευε σε μουσαμά. Αν και ο Μπέικον προτιμούσε να δουλεύει στην ανάποδη επιφάνεια του καμβά γιατί του άρεσε η αδρή, ακατέργαστη υφή της (και υποπτεύομαι γιατί επίσης έδινε μια αίσθηση πρωτοτυπίας), χρησιμοποιούσε παραδοσιακά υλικά και τεχνικές, δουλεύοντας με λαδομπογιές. Η επιμονή του για ακριβές επίχρυσες κορνίζες έδινε κύρος στα έργα του, και προκαλεί συνειρμούς περί υψηλής αξίας μα και συμβατικότητας – που αποτελούσαν σημαντικές όψεις της μείξης του προκλητικού με το αξιοσέβαστο. Στον Μπέικον άρεσε επίσης να εκθέτει τους πίνακές του μέσα σε τζάμι, κάτι που, είτε ήταν στις προθέσεις του έιτε όχι, είχε συχνά ως αποτέλεσμα το καθρέφτισμα του ίδιου του θεατή στο έργο κι επομένως την εμπλοκή του σ’ ό,τι απεικονιζόταν.

Παρομοίως, σχεδόν εξίσου δηλωτικός με τον τρόπο που παρουσιάζονταν τα έργα του Μπέικον ήταν ο παραδοσιακός, ακαδημαϊκός τρόπος που τα ζωγράφιζε. Γενικά περιοριζόταν σε μια συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων, με το μαύρο και το κόκκινο να επικρατούν (ίσως κατάλοιπο από τον καιρό που εργαζόταν ως διακοσμητής, τη δεκαετία του ‘30)˙ τη δε μπογιά τη χρησιμοποιούσε για να ορίσει τα σχήματα τόσο μέσω της γραμμής όσο μέσω του χρώματος. Η απεικόνιση μορφών στους πίνακές του, όσο ευρεία ερμηνεία κι αν επιδέχονταν, σήμαινε ότι ο Μπέικον αντιστεκόταν στην αφαίρεση, αντλώντας ιδέες από καλλιτέχνες τόσο ετερόκλητους όσο ο Βελάσκεθ, ο Βαν Γκογκ και ο Πικάσο - συχνά για τη θαρραλέα τους επιλογή μη ωραιοποιημένων θεμάτων.

30.jpg 
4. Μορφές σε Τοπίο, 1956-57

Όσο ο καλλιτέχνης μεγάλωνε τόσο αυξανόταν ο σεβασμός για τη δουλειά του. Οι τιμές των έργων του ανέβαιναν κατακόρυφα, κάνοντας τους κριτικούς να αφιερώνουν πολλές στήλες εφημερίδων στη δουλειά του και τις συχνά αινιγματικές δηλώσεις του, αφήνοντας στους δημοσιογράφους να εστιάσουν πιο πολύ στην ασύδοτη μα συναρπαστική ζωή του, γεμάτη οινοποσία και τζόγο, παρά στις σχέσεις του με άντρες. Το ενδιαφέρον του τύπου ενισχύθηκε καθώς πλησίαζε τα ογδοηκοστά του γενέθλια. Ο Μπέικον εύκολα δεχόταν να φωτογραφηθεί, και τότε πάντα φορούσε ένα κομψό δερμάτινο τζάκετ και πόζαρε, σαν το μυθικό φοίνικα, ανάμεσα στους σωρούς από άχρηστα υλικά του εργαστηρίου του, ή στο αγαπημένο του στέκι για ποτό στο Soho, το Colony Club. To κακής πια φήμης “South Bank Show”, του Μelvyn Bragg, που μετέδιδε η βρετανική τηλεόραση το 1985, ξεκαθάρισε τελικά τις σεξουαλικές προτιμήσεις του Μπέικον, αρκεί οι τηλεθεατές να πρόσεξαν το σημείο που ο καλλιτέχνης έλεγε ότι, όσον αφορά τα μοντέλα, η προτίμησή του κατευθυνόταν στο δικό του φύλο.

Αν και προς το τέλος της ζωής του ο Μπέικον υποστήριζε γενικά ότι η σεξουαλικότητά του ήταν γνωστή στο κοινό, κι ότι δεν ήταν κανένα μυστικό, ο τύπος το έβρισκε δύσκολο να ασχοληθεί με την ιδιωτική/δημόσια ζωή του˙κάποιοι δημοσιογράφοι κατόρθωναν να συμπεριλάβουν ακόμα και αντικρουόμενες αναφορές στο ίδιο άρθρο. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες αφορούσαν την ακριβή φύση της “ιδιωτικής ζωής” του Μπέικον, και το βαθμό στον οποίο είχε ή δεν είχε αποσαφηνίσει δημόσια την ομοφυλοφιλία του, καθώς και το “περιεχόμενο” της τέχνης του. Η Caroline Lees, γράφοντας για τις φιλανθρωπίες που είχε συμπεριλάβει στη διαθήκη του, ισχυρίστηκε ότι ο Μπέικον “δεν κρατούσε την ομοφυλοφιλία του για μυστικό,” ανώ προσέθετε στο ίδιο άρθρο ότι “ήταν παροιμιώδης η απροθυμία του καλλιτέχνη να επιτρέπει στα προσωπικά του ζητήματα να γίνονται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης . Προφανώς η δημοσιογράφος δεν θεωρούσε τις δύο θέσεις αντιφατικές μεταξύ τους. Σε ένα άρθρο για το θάνατό του στην “Daily telegram” ο Μπέικον αναφέρθηκε υποτιμητικά ως “ο ομοφυλόφιλος καλλιτέχνης,” ένας σεξουαλικών όρων χαρακτηρισμός που ούτε στο όνειρό τους δεν θα είχαν σκεφτει πριν το θάνατό του.

Η ομοφυλοφιλία βρισκόταν στην καρδιά του αινίγματος “Μπέικον”. Αν και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις τις ήξερε καλά ο καλλιτεχνικός κόσμος και ένας μικρός κύκλος φίλων και γνωστών, συντρόφων του στο ποτό και τον τζόγο, έμεινε εκτός της δημόσιας σφαίρας ώσπου ο Μπέικον ήταν ήδη πάνω από εβδομήντα? κι ακόμα και τότε το θέμα αναφερόταν με τόσο έμμεσους τρόπους που εύκολα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Φαίνεται πως αυτή η απόφαση είχε δυο πλευρές. Η μία ήταν η απροθυμία του ίδιου του Μπέικον να μιλήσει για το έργο του. Μια αγαπημένη του υπεκφυγή ήταν: “Αν θα μιλήσεις γι’ αυτό, γιατί να το ζωγραφίσεις”˙ αν αυτό δεν έδειχνε αρκετό, συχνά εξέφραζε μια μοιρολατρική άποψη, λέγοντας: “Ζούμε, πεθαίνουμε, κι αυτό είναι όλο.” Η άλλη πλευρά ήταν η στάση κι ο τρόπος που κατανοούσε ο ίδιος ο Μπέικον την ομοφυλοφιλία του.

Δύο από τις προσωπικές ιστορίες που έλεγε πιο συχνά αφορούσαν τα παιδικά του χρόνια και τις ομοερωτικές περιπέτειες που είχε στα νιάτα του στην Ιρλανδία. Εντέλει ο αγροίκος πατέρας του τον εκδίωξε από το σπίτι (αλλά και τον ξυλοκόπησε), αφού τον έπιασε να φορά τα ρούχα της μητέρας του, αλλα κι αφού αποκαλύφθηκε ότι έκανε σεξ με τους εργάτες που φρόντιζαν το στάβλο του πατέρα του. Με την εξαίρεση αυτών των μελοδραματικών περιστατικών, ο Μπέικον μιλούσε ελάχιστα δημόσια για τη σεξουαλικότητά του, κι οι νεκρολογίες του περιείχαν λιγοστά αυτούσια λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη πάνω στο θέμα.

Στη νεκρολογία του στο Guardian, ο Lord Gowrie έγραψε:

(Ο Μπέικον) μου είπε ότι είχε καταλήξει πως η ομοφυλοφιλία ήταν μια συμφορά, πως κάποια στιγμή στη ζωή του τον είχε μετατρέψει σε απατεώνα/λωποδύτη. Το ότι είχε καταλήξει απατεώνας, όχι το σεξ, ήταν λόγος για ντροπή, και αν μιλούσε κάποια στιγμή, ήταν στη φύση του να πει τα πάντα. Κι οι δυο μας αγαπούσαμε τον Προυστ και συμφωνούσαμε ότι το ξεκίνημα του “Σόδομα και Γόμορρα” [3] έλεγε ό,τι χρειαζόταν να ειπωθεί για την ομοφυλοφιλία.

Σε μια συνέντευξή του το 1991 στον τεχνοκριτικό Richard Cork, λίγο πριν το θάνατό του, ο Μπέικον ήταν πιο ευθύς και απερίφραστος σχετικά με τη σεξουαλικότητά του, όταν είπε, σχολιάζοντας τη δημόσια υποδοχή του έργου του στη χώρα του:

Α, δεν τους αρέσει καθόλου η δουλειά μου εδώ. Ίσως έχει να κάνει με τη σκληρότητα που βρίσκουν σ’ αυτήν, ίσως έχει να κάνει με την ομοφυλοφιλία που υποθέτω υπάρχει στο έργο μου. Δεν το φωνάζω δεξιά κι αριστερά ότι είμαι γκέι αλλά το AIDS έχει κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα. Όλοι είναι πολύ πολύ παράξενοι μ’ αυτό το θέμα.

42-a.jpg  42-b.jpg  42-c.jpg 
5-7. Τρέις Μορφές σε Δωμάτιο, 1964

Εξίσου σημαντική με τον ασαφή τρόπο που ο ίδιος ο Μπέικον μιλούσε για τη δουλειά του, ήταν και η δυσκολία του συστήματος τέχνης να αναγνωρίσει το θεματικό περιεχόμενο του έργου του Μπέικον. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στην απροθυμία των κριτικών να δουν τι υπαινισσόταν η δουλειά του, κι εν μέρει, όπως και με το έργο του Ντέιβιντ Χόκνεϊ [4], στο ότι δεν διέθεταν μια καθιερωμένη γλώσσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν. Η μοντερνιστική ορθοδοξία είχε προτάξει τη θέση ότι για να έχει η τέχνη νόημα έπρεπε να είναι αφηρημένη, κι ότι έπρεπε να αποφεύγει την απεικόνιση συγκεκριμένων γεγονότων ή ανθρώπων, μα να εντοπίζει κάποια ουσία που θα γίνεται κατανοητή σε πνευματικό επίπεδο, μα με ακρίβεια. Το έργο του Μπέικον δημιουργούσε ένα ξεκάθαρο δίλημμα. Ήταν αυταπόδεικτο ότι αφορούσε συγκεκριμένα γεγονότα που απεικονίζονταν με βία και πάθος, και ενώ ήταν αναγνωρίσιμα τα συναισθήματα που απέπνεε το έργο, το ακριβές θεματικό περιεχομενο ήταν πιο προβληματικό.

Ο Peter Lennon κατάφερε μόνο να υπαινιχθεί το θεματικό υλικό του Μπέικον λέγοντας ότι “αυτό που οι ζωγράφοι κι οι ποιητές κάνουν για σένα είναι να ανοίγουν της βαλβίδες της αίσθησης και να σε φέρνουν πιο κοντά σε ένα είδος πραγματικότητας.” Ήταν μια πραγκατικότητα που ο Lennon επέλεξε να μην ονομάσει. Κι ούτε την προσδιόρισε ο Michel Leris, ο αναγνωρισμένος ιστορικός του έργου του Μπέικον, που σχολίασε ότι οι “συνταρακτικοί” πίνακες του Μπέικον εκφράζουν “την πραγματική και παράδοξη ανθρώπινη κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα˙ τον άνθρωπο αποστερημένο από οποιονδήποτε πραγματικό, αιώνιο  παράδεισο.” [5]

Για τον ζωγράφο R. J. Kitaj τέτοιες γενικεύσεις ήταν ανεπαρκείς. Μεταφέροντας τα λόγια του Πικάσο, έγραψε ότι “Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς το έργο ενός καλλιτέχνη. Είναι απαραίτητο και να ξερει πότε το δημιούργησε, γιατί, πώς, υπό ποιες συνθήκες.” Και προσέθεσε ότι “Ο Μπέικον μπορεί να μη συμφωνολύσε, μα συμφωνώ εγώ.” Κατά ειρωνικό ίσως τρόπο, ο Πικάσο ήταν ένας από τους λίγους καλλιτέχνες για τον οποίο ο Μπέικον εξέφραζε ανοικτά ακτίμηση, ενώ σαν τον Πικάσο πάντα ζωγράφιζε πρόσωπα από μνήμης (ή από φωτογραφίες), και όχι εκ του φυσικού.

“Γιατί, πώς και υπό ποιες συνθήκες”, αυτές είναι πτυχές του έργου του Μπέικον που συζητήθηκαν εξονυχιστικά σε έναν κατακλυσμό βιογραφιών και μελετών μετά το θάνατό του, αν και καμιά δεν υπήρξε απόλυτα εύστοχη ως προς τη στενή σχέση του καλλιτέχνη με το θέμα του. Για την αναδρομική του έκθεση στην Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου, το 1989, συμμετέσχε στο σχολιασμό κάθε πίνακα, προσφέροντας συμπληρωματικές πληροφορίες και οποιοδήποτε σχετική αυτοβιογραφική λεπτομέρεια. Τελικά ο καλλιτέχνης απέσυρε το υλικό αυτό την τελευταία στιγμή, και δυστυχώς δεν έχν σημοσιευθεί ποτέ.

55.jpg 
8. Πορτρέτο του George Dyer, 1967-8

Καθώς δεν διέθεταν, ή επέλεξαν να αγνοήσουν τα στοιχεία της “πραγματικότητας” που θα φώτιζαν συγκεκριμένα κομμάτια της τέχνης του Μπέικον, οι κριτικοί έδειξα υπέρμετρη προθυμία να καταφύγουν σε γενικότητες που ενισχύουν το μυστηριώδες και το μυστικιστικό του έργου του, αντί να προσφέρουν κάποια ουσιαστική ανάλυση. Για παράδειγμα, ο Brian Morton, έγραψε στο “The Times Educational Supplement” πως η ζωγραφική του “εκπέμπει κάτι το συγκλονιστικά απτό, τόσο στο χρώμα όσο και σ’ ό,τι απεικονίζει,” και ότι “μεγάλο μέρος της δουλειάς του έχει να κάνει με την προβληματική σχέση ανάμεσα στο φυσικό σώμα και την πνευματική υπόσταση, ” ενώ οι πλαστικές ιδιότητες του χρώματος “είναι πέρα για πέρα ανθρώπινες και μας αγγίζουν απόλυτα.” Ένας βολικός τρόπος να υπονοηθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο έργο του Μπέικον, το οποίο, κάτω από μια κρούστα τεχνοϊστορικών γενικοτήτων, υπονομεύει μια πιο προσεκτική εξέταση περί αυτού του συγκλονιστικά απτού, με το οποίο πάλεψε καλλιτέχνης.

Ο αείμνηστος Peter Fuller, ένας πάντα αμφιλεγόμενος κριτικός, έτρεφε λίγη εκτίμηση για το θεματικό περιεχόμενο των πινάκων του Μπέικον, το οποίο υποτιμητικά παρώδησε ως “μοναχικές φιγούρες που ακόμα ξερνάνε σε νιπτήρες αποχωρητηρίων κάτω από γυμνούς λαμπτήρες, (που) ενίοτε… γέρνουν σε καναπέδες για κάποια βάρβαρη πράξη ανάμεσά τους, ή σωριάζονται βγάζοντας τα σωθικά τους.” Την ίδια εκτίμηση είχε ο Fuller και για τον τρόπο που ο Μπέικον χρησιμοποιούσε την μπογιά: έλεγε πως “άπλωνε τα χρώματα σαν να έτρεφε μίσος για το υλικό, πασαλείβοντάς τα πάνω στον τραχύ, ακατέργαστο καμβά, που τα άφηνε στεγνά από ομορφιά και κάθε ομοιότητα με τη ζωή.” Και για να σιγουρευτεί ότι η ομοφοβική του βολή θα βρει το στόχο της, προσέθεσε: “Οι τεχνικές ανεπάρκειες του Μπέικον μού φαίνονται αδιαχώριστες από την πνευματική του παρακμή.”

Την απορριπτική στάση του Fuller για την τέχνη του Μπέικον και, όπως υποπτεύομαι, για όλα όσα ο Μπέικον συμβόλιζε, δεν τη μοιράζονταν άλλοι κριτικοί. Περισσότερο προβληματική είναι η κατανόηση του τρόπου που ο Μπέικον, και οι κριτικοί, αντιμετώπιζαν τη σεξουαλικότητά του. Τουλάχιστον ο τεχνοκριτικός Tim Hilton αναγνώρισε τη σεξουαλική διάσταση της τέχνης του Μπέικον, διατυπώνοντας την εξεζητημένη θέση ότι πως “η ζωγραφική του Μπέικον αφορά τον κίνδυνο, την καταστροφή, το φόνο και μια παραμερισμένη μα εντελώς προσωπική σεξουαλικότητα.” Τι εννοούσε “προσωπική σεξουαλικότητα” απέφυγε προσεκτικά να το προσδιορίσει . Ο Richard Cork ήταν λιγότερο ασαφής όταν έγραφε μεγαλόστομα πως: “Με χαρακτηριστική ειλικρίνεια, ο Μπέικον δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει την ομοφυλοφιλία του. Κάποιοι από τους καλύτερους και πιο ερωτικούς του πίνακες δείχνουν ανδρικές μορφές να  αγκαλιάζονται και να κάνουν έρωτα” – μια διατύπωση μάλλον μετριοπαθής για τις έντονες και συχνά βίαιες πράξεις που απεικονίζονται.

 

78-a.jpg   78-b.jpg   78-c.jpg 
9-11. Τρεις Σπουδές Μορφών σε Κρεβάτια, 1972

 

“Queer”

Ο Φράνσις Μπέικον ήταν ένας “queer”-ομοφυλόφιλος καλλιτέχνης με την παλιομοδίτικη χροιά της λέξης, που την καθιστούσε προσβλητικό όρο, καθώς δήλωνε όλη την οριοθέτηση και την απόρριψη που η κοινωνία επιφύλασσε για την αποκλίνουσα σεξουαλικότητα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου δεν ήταν γκέι – αντιπαθούσε τη λέξη – και προτιμούσε το χαρακτηρισμο “queer”. Δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι τον άγγιζε ως ιδέα και στόχος η απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων, αντίθετα φαίνεται πως το κίνημα επέφερε μια ανεπιθύμητη εισβολή σ’ ό,τι θεωρούσε ιδιωτική του ζωή. Τον καιρό των γεγονότων του Stonewall, το 1969, βρισκόταν ήδη στα εξήντα του, και o τρόπος ζωής του χαρακτηριζόταν απόύφος και στάση που παρέπεμπαν σε προ του απελευθερωτικού κινήματος εποχές. Θα απαιτούσε πολύ μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους του να τον αλλάξει. Η δημόσια αποκάλυψη της σεξουαλικότητάς του μάλλον δεν  έμοιαζε καλή ιδέα σε μια περίοδο που η διεθνής του φήμη είχε εδραιωθεί. Εντούτοις, μέχρι την εποχή που πλησίαζε τα εβδομήντα ο Μπέικον είχε ζωγραφίσει κάποιους από τους πιο έντονα ομοερωτικούς του πίνακες. Στη Σπουδή στο ανθρώπινο σώμα [εικόνα 1], η  σχετικά απροκάλυπτη απεικόνιση ενός γυμνού άνδρα πίσω από ένα διάφανο παραπέτασμα είναι αισθησιακή και ερεθιστική, προσφέροντας οπτική πρόσβαση σε μια ήρεμη προσωπική στιγμή.

Η έντονη ιδιωτικότητα αυτής της Σπουδής μπορεί να αντιπαρατεθεί με έναν αριθμό πινάκων που απεικονίζουν δυο άντρες στο κρεβάτι, όπως οι Δυο μορφές, 1953 [εικόνα 2], που βασίζεται σε μια φωτογραφική σπουδή παλαιστών από τον Eadweard Muybridge. Περιβαλλόμενες από μια κατασκευή σαν κλουβί που προστατεύει όσο και παγιδεύει, οι δυο μορφές, που μοιάζουν μάλλον αρσενικές παρά θηλυκές, παλεύουν και περιπτύσσονται, με το περίγραμμά τους να τονίζεται έντονα από το λευκό των σεντονιών και το σκοτεινό του φόντου. Η ακριβής φύση της σωματικής επαφής τους μπορεί να είναι αινιγματική, πιθανώς στιγμιότυπο από μια πάλη, ή ίσως μια έκφραση σεξουαλικής επιθυμίας, μα παραμένουν αδιαμφισβήτητα το στοιχείο της οικειότητας και το ευάλωτο στοιχείο. Αυτός, καθώς και μεταγενέστεροι πίνακες όπως οι Τρεις Σπουδές Μορφών σε Κρεβάτια, 1972 [εικόνες 9, 10, 11], είναι πίνακες με έντονο το queer-ομοερωτικό στοιχείο.

Παρόμοια ασάφεια χαρακτηρίζει και τις Δυο Μορφές στο Γρασίδι [εικόνα 3], πίνακας που ζωγραφίστηκε ένα χρόνο αργότερα. Εδώ τα δυο γυμνά σώματα, ξανά περισσότερο αρσενικά παρά γυναικεία, έχουν εμπλακεί σε κάποια προσωπική, στενή διάδραση, κάποια άγρια εγκατάλειψη στην οποία οι τύποι και η πόζα έχουν πολύ μικρή σημασία μπροστά στην ενέργεια και το συναίσθημα. Ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνουν, το κάνουν με μεγάλο πάθος και δόσιμο. Το γρασίδι υπαινίσσεται κάποια υπαίθρια δραστηριότητα, μα τα κάγκελα και το περιθώριο μπορούν εξίσου να σημαίνουν κάποιο είδος κλουβιού – που παραπέμπει σε ζωώδη συμπεριφορά. Η φύση είναι σημαντικό συστατικό στοιχείο και για τη σύνθεση με τίτλο Μορφές σε Τοπίο, 1956/57 [εικόνα 4]. Εδώ είναι δύσκολο να διακρίνουμε τι ακριβώς διαμείβεται μεταξύ τις δυο φιγούρες, μα η αίσθηση της διάδρσης τονίζεται έντονα.

85-a.jpg   85-b.jpg   85-c.jpg 
12-14. Τρίπτυχο Μάιος-Ιούνιος 1973

Στον ίδιο και μεγαλύτερο βαθμό από όλους σχεδόν τους καλλιτέχνες, ο Μπέικον διοχέτευσε τα συναισθήματά του στην τέχνη του, και μάλιστα συχνά στηριζόταν σε συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του. Οι ερωτικές του σχέσεις ήταν συχνά τρικυμιώδεις, και πολλές φορές έληγαν βίαια. Ένας από τους προηγούμενους εραστές του, ο Peter Lacey, πρώην πιλότος της RAF που έπαιζε πιάνο στο Dean’s Bar, στην Ταγγέρη, πέθανε την ημέρα που εγκαινιαζόταν η έκθεση του Μπέικον στην Tate Gallery, το 1962. Απερίσπαστος, ο Μπέικον παρευρέθηκε στα εγκαίνια και φερόταν σαν να μη θεωρούσε, ή τουλάχιστον έτσι παρίστανε, ότι κάτι αρνητικό είχε συμβεί. Παρόμοιο γεγονός συνέβη κάπου δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο αντικαταστάτης του Lacey, George Dyer, πέθανε κι αυτός, με το βίαιο θάνατο του αυτόχειρα, τη μέρα που άνοιγε η μεγαλύτερη κι ακόμα πιο σημαντική αναδρομική του Μπέικον στο Grand Palais του Παρισιού του 1971.

Ενώ ο Μπέικον, ως αστός, υπερμοντέρνος καλλιτέχνης, έπαιζε το ρόλο του, οι πίνακές του προσέφεραν και προσφέρουν μια ιδέα της εσωτερικής του σύγχυσης και οργής. Οι προσωπογραφίες του τού Dyer δείχνουν τον εραστή του παραμορφωμένο, κατακερματισμένο, ουσιαστικά αποκομμένο από το σώμα του. Το Πορτρέτο του George Dyer στον Καθρέφτη, 1967- 68 [εικόνα 8] απεικονίζει τον Dyer να κάθεται σε κάτι που μοιάζει με περιστρεφόμενη καρέκλα γραφείου, με το παραμορφωμένο του πρόσωπο, σχισμένο στη μέση, να αντικατοπτρίζεται σε κάτι που μοιάζει με αναλόγιο. Κατά μήκος του πίνακα υπάρχεί χυμένη σε δυο σημεία λευκή μπογιά, που θυμίζει σπέρμα και αλλοιώνει την εικόνα. Είτε εξέφραζε τη σεξουαλική διάσταση της σχέσης τους, είτε την ανάγκη του να κατοχυρώσει μια συγκεκριμένη προσωπική έκφραση ή ιδιοκτησία, ακόμα και με μια απεικόνιση, έτσι ο Μπέικον καθιστούσε δημόσια μια ενδότερη, ιδιαίτερα σημαντική όψη της συναισθηματικής του ζωής.

Ο Μπέικον θα ήταν σχεδόν ικανός να πει, όπως Πικάσο, που αναγνώριζε ως μέντορά του, είχε ισχυριστεί κάποτε: “Το έργο μου είναι σαν προσωπικό ημερολόγιο. Για να το καταλάβετε, πρέπει να δείτε πώς καθρεφτίζει τη ζωή μου”. Καθώς δεν διαθέτουμε κάποιο σαφή σχολιασμό του Μπέικον για να μας υποδείξει τη σωστή κατεύθυνση, πρέπει αναγκαστικά να συσχετίσουμε τα γεγονότα της ζωής του καλλιτέχνη με τις σκηνές που στήνει στις συνθέσεις του. Κάποιες απεικονίζουν σώματα παραμορφωμένα, που μοιάζουν να βασανίζονται, μια ονειρική κατάσταση όπου η πραγματικότητα της σάρκας και οι πιο παράξενες γωνιές της φαντασίας δείχνουν να έχουν τον πλήρη έλεγχο. Στο Τρίπτυχο, 1973 [εικόνες 1213, 14], υπάρχει κάποιο στοιχείο αυτοπροσωπογραφίας, μιας μορφής που παρατηρεί επικριτικά τον εαυτό της, το ποιος είναι και το τι είναι. Αν και τέτοιοι δυνατοί πίνακες είναι έντονα προσωπικοί, υπαινίσσονται πολλά για την “ανθρώπινη κατάσταση” εν γένει. Η παρατήρηση μιας φιγούρας καθώς κοιμάται, όπως αυτής στον πίνακα Κοιμώμενη Μορφή, 1974, [εικόνα 15] εμφυσά στον θεατή κάτι από τη δύναμη του καλλιτέχνη. Μπορούμε να κοιτάξουμε χωρίς να μας δουν, μπορούμε να εξετάσουμε το σώμα, να το παρατηρήσουμε με θαυμασμό ή επικριτική διάθεση, ασφαλείς μέσα στην επίγνωση της ανωνυμίας μας.

88.jpg 
15. Κοιμώμενη Μορφή, 1974

Αναμφίβολα το σημείο εκκίνησης κάθε γνήσιας αποτίμησης της “queer”-ομοερωτικής τέχνης του Μπέικον – μιας τέχνης που, παρά την παραδοσιακή της φόρμα, συνέχισε να εξερευνά αποκλίνοντα, εξόχως προσωπικά και προκλητικά συναισθήματα, είναι το ίδιο το έργο και η γνώση της ζωής του. Όμως μια τέτοια προσπάθεια είναι αποτελεσματική μόνο αν καταφέρει όχι μόνο να εκφράσει ό,τι αισθανόταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης, μα και να εντοπίσει ένα νόημα με το οποίο όλοι μπορούμε να συνδεθούμε. Όσο ερμητικός κι αν ήταν ο Μπέικον ως προς το ακριβές αντικείμενο του έργου του, δεν έκανε κανένα συμβιβασμό όταν ήταν να το αποτυπώσει στον καμβά. Βρίσκεται εκεί για να το δούμε, και μπορεί να μας προσφέρει όχι μόνο μια εικόνα της τρικυμιώδους αισθηματικής ζωής του καλλιτέχνη, αλλά, το σημαντικότερο, και μια ερμηνεία των δύσκολων καιρών μας.

 


Ο Emmanuel Cooper είναι συγγραφέας, κριτικός, κεραμίστας και ραδιοφωνικός παραγωγός. Αρθρογραφεί τακτικά σε μια ποικιλία εντύπων. Καποια από τα βιβλία του είναι τα enry Scott Tuke, A Monograph, GMP. The Sexual Perspective: Homosexuality in Art in the Last 100 Years, Routledge, 2nd edition. Fully Exposed; The Male Nude in Photography, Routledge, 2nd edition (1995). People’s Art; Working Class Art 1750 to the Present Day, Mainstream. Ζει κι εργάζεται στο Λονδίνο.

Το παραπάνω κείμενο βασίζεται στο “Queer Spectacles”, που δημοσιεύθηκε στο Outlooks: Lesbian and Gay Sexualities and Visual Cultures, Επιμέλεια: Peter Horne και Reina Lewis, Routledge, London and New York, 1996.
 

[1] Εδουαρδιανός: Αναφερόμενος στα χρόνια της βασιλείας του Εδουάρδου VII στη Βρετανία(1901-1910), που συνέπεσε με την Belle Epoque, και χαρακτηρίστηκε από έντονα ταξικά στεγανά. Όσον αφορά την ανδρική μόδα, επικρατούσαν τα στενά, μακριά σακάκια και τα ψηλά, σκληρά κολάρα στο λαιμό. (σημείωση Desiderius)

[2] Η πρώτη βιογραφία ήταν του Daniel Farson, μακροχρόνιου φίλου του Μπέικον, με τίτλο “The gilded gutter life of Francis Bacon” (Century, Λονδίνο 1993), που αντλούσε απ’ τη φιλία του με τον ζωγράφο και τη βαθιά του γνώση της περιοχής του λονδρέζικου Soho. Το βιβλίο του Andrew Sinclair “Francis Bacon: His life and violent times” (Sinclair Stevenson, Λονδίνο 1993) είναι μια πιο σοβαρή κι αντικειμενική εργασία.

[3] Μarcel Proust, Remembrance of Things Past: Cities of the Plain. Μετάφραση: C. K. Scott Montcrief και Terence Kilmartin, Vol. II, Penguin, Λονδίνο 1983, σελίδες 623-656. [Αντιστοιχεί στο: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο IV: Σόδομα και Γόμορρα, Εστία 2001] Το σχετικό απόσπασμα αφηγείται μια τυχαία σεξουαλική συνεύρεση ανάμεσα στον Μ. de Charlus “για τον οποίο το ιδανικό είναι αρσενικό ακριβώς γιατί η ιδιοσυγκρασία (του) είναι τόσο θηλυκή”, και τον Jupien, έναν ράφτη. Εκεί περιγράφονται “αντικειμενικά” οι σχετικοί σεξουαλικοί κώδικες και πώς ξεπερνώνται (συχνά) οι κοινωνικοί φραγμοί. Ο Προυστ πηγαίνει παραπέρα και προσδιορίζει διαφορετικούς τύπους ομοφυλοφιλικών σχέσεων, αν και η όλη εικόνα δίνεται αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά.

[4] David Hockney: Βρετανός ζωγράφος (1937-), που ζει κι εργάζεται στο Λος Άντζελες. Υπήρξε σημαντικός εκπρόσωπος της βρετανικής ποπ αρτ, και για ένα διάστημα χετίστηκε με τον κύκλο του Άντι Γουόρχολ. Είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος, και αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ομοφυλόφιλους δημιουργούς του εικοστού αιώνα. (Σημείωση του Desiderius)

[5] Aπό: Michael Leris, “Βacon”, Phaidon. Παρατίθεται από τον Peter Lennon στους Times, 15/9/83.

Eικόνες: [1] Study of the Human Body, 1949, National Gallery of Victoria, Melbourne
[2] Two Figures, 1953, Ιδιωτική συλλογή
[3] Two Figures in the Grass, 1954, Ιδιωτική συλλογή
[4] Figures in a Landscape, 1956-7, Birmingham Museums and Art Gallery
[5, 6, 7] Three Figures in a Room, 1964, Muséé National d’Art Moderne, Centres George Pompidou, Paris
[8] Portrait of George Dyer, 1967-8, Fundacion Coleccion Thyssen-Bornemisza, Madrid
[9, 10, 11] Three Studies of Figures on Beds, 1972, Ιδιωτική συλλογή
[12, 13, 14] Triptych, May-June 1973, Mr. and Mrs. Saul P. Steinberg
[15] Sleeping Figure, 1974, A. Carter Pottash

 

ΥΓ: Λυπάμαι για την απουσία μου από την ιστόσφαιρα τον τελευταίο καιρό. Ένα οικογενειακό πρόβλημα με κράτησε μακριά από το ίντερνετ για δέκα περίπου μέρες.

Αναρτήθηκε στις Μεταφράσεις. 10 σχόλια »

Επιρροές, επιλογές, κι άλλη μεταμέλεια, κι ο Αμβρόσιος. – Ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει (VI)

nearly-there2006.jpg   

Όσοι επισκέπτεστε το μπλογκ του Αμβρόσιου, θα ξέρετε το περιεχόμενό του: Προσωπικές αναμνήσεις, ονόματα που πέρασαν απ’ τη ζωή του, τυχαία συμβάντα και μακρινά περιστατικά, κλαμπάκια και ξέφρενες νύχτες, και πολλές εικόνες από όλα τα μέρη του κόσμου, όπου ταξίδεψε ή έζησε. Πιο πρόσφατα αυτές έρχονταν απ’ τη Νέα Ζηλανδία (και νοσταλγώ πραγματικά εκείνες τις κουκκίδες στους αντίποδες, στο χάρτη ClustrMaps του παλιού μπλογκ μου…). Κι όλα αυτά δοσμένα μ’ έναν τρόπο εντελώς αποσπασματικό κι ελλειπτικό˙ όχι ως καλοσχηματισμένες, σαφείς εικόνες, μα ως στιγμιότυπα, μικρές ψηφίδες μιας πολύχρωμης ζωής, που ξεπήδησαν ξαφνικά απ’ το μνημονικό του. Τώρα τελευταία μας ενημέρωσε για το επόμενο ταξίδι του, στην Ιαπωνία, στο οποίο σκέφτεται να περάσει κι απ’ το Βλαδιβοστόκ… Το τελευταίο αυτό ποστ του έβγαλε στην επιφάνεια κάποιες σκέψεις:

Δεν ξέρω αν είναι κοινή η εντύπωση, μα όλα αυτά δημιούργησαν στο μυαλό μου μια αρκετά συγκεκριμένη εικόνα για τον ιστολόγο. Αυτήν ενός νέου ανθρώπου που ζει χωρίς πολλές συμβάσεις και δεσμεύσεις, και προσπαθεί να αδράττει τη μέρα κερδίζοντας νέες εμπειρίες και γνώσεις. Για να το πω αλλιώς, έχω την αίσθηση ότι ζει ό,τι κάποιοι θα ονόμαζαν χίπικο τρόπο ζωής, άλλοι πλάνητα, αλήτη βίο, κι άλλοι vivere pericolosamente. Εν πάση περιπτώσει, έπλασα με το μυαλό μου τη μορφή ενός αντικομφορμιστή τύπου, που δεν αφήνει το χρόνο να περνά χωρίς περιεχόμενο, μα κάνει διαρκώς νέα πράγματα, χωρίς καμιά άγκυρα να τον κρατά κάπου… Τονίζω βέβαια το “έπλασα”: Δεν τον ξέρω τον Αμβρόσιο, κι όλα αυτά είναι απλώς αυθαίρετες εικασίες, που έβγαλε η φαντασία μου στηριγμένη στο μπλογκ του. Αλλά το θέμα μου δεν είναι ο Αμβρόσιος, μα οι συνειρμοί που μου προκαλεί να έρχομαι αντιμέτωπος με μια προσωπικότητα σαν αυτήν που φαντάστηκα για τον Αμβρόσιο.

Που θέλω να καταλήξω: Καθώς προβάλλει μπροστά μου μια τέτοια εικόνα (αληθινή ή ψεύτικη, αδιάφορο), με υποχρεώνει να τη συγκρίνω με τον εαυτό μου… Και το συμπέρασμα που βγάζω είναι ότι είμαι πολύ διαφορετικός. Έχω επιλέξει για βασικό μου τρέχοντα στόχο να τελειώσω τη σχολή μου, και δεν ασχολούμαι σοβαρά με τίποτ’ άλλλο στη ζωή μου (εκτός ίσως από τα βιβλία, θέλοντας να μορφωθώ μα και να ξεφύγω από τη δύσκολη καθημερινότητα μεσ’ απά αυτά, α, και την αναζήτηση του σεξ). Παραμένω ολότελα εξαρτημένος οικονομικά απ’ τον μπαμπά και τη μαμά, κι εν γένει “δεσμευμένος” σ’ αυτούς με τον παραδοσιακό ελληνικό τρόπο. Αυτοπεριορίζομαι απ’ τις συμβάσεις της μικρομεσαίας αστικής τάξης (αν και αρκετά λιγότερο από πολλούς γνωστούς μου). Περνώ μεγάλο μέρος των ημερών μου πεζά, άπραγος και βαριεστημένος. Και φυσικά, μετά από μια τέτοια σύγκριση, κάτι μέσα μου δαγκώνει. Κάτι σαν μεταμέλεια για καταπιεμένες ή ασύνειδες επιθυμίες, που θα ήταν ασύμβατες με το δικό μου πρότυπο ζωής… Δεν λέω βέβαια πως να ζεις με περιορισμένες δεσμεύσεις είναι απαραίτητα “καλό”˙ το θέμα είναι όμως να επιλέγει κανείς τη ζωή που του ταιριάζει.

Έχω επιλέξει“, “να επιλέγει“… Αυτό σηκώνει συζήτηση. Νιώθουμε και λέμε κάποτε πως η ζωή μας βρίσκεται στα χέρια μας. Δηλαδή τον τρόπο ζωής που ακολουθώ τον “επέλεξα”; Δεν είναι έτσι απλό: Η ζωή μας είναι φτιαγμένη από ένα κράμα επιλογών και επιρροών. Και καθεμιά συνεισφέρει στο κράμα σε αναλογία που είναι αδύνατο να εξακριβώσουμε. Όμως πολύ συχνά έχω την αίσθηση πως η δική μου ζωή σχηματοποιήθηκε και κυλά ερήμην μου σχεδόν. Ότι τις σημαντικές αποφάσεις δεν τις πήρα μετά από σκέψη, μα βλάστησαν μέσα μου μέρα με τη μέρα, αφού φυτεύτηκαν από τα χέρια του περιβάλλοντός μου. Τα χαρακτηριστικά μου, όπως τα περιέγραψα πιο πριν, είναι σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά και της προσωπικότητας των γονιών μου, των περισσότερων συγγενών μου, πολλών συμμαθητών μου… Η επιρροή του περιβάλλοντος είναι καθοριστική. Όχι μόνο λόγω τις άμεσης ή υπόγειας πίεσης που μας ασκεί. Μα και γιατί για να “διαλέξουμε” κάτι, για να πάρουμε κάποια κατεύθυνση, πρέπει να το έσουμε δει κάπου αυτό το κάτι, πρέπει από κάποιον να εμπνευστούμε αυτήν την κατεύθυνση. Οι συμβάσεις που με περιορίζουν είναι οι συμβάσεις που περιορίζουν και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μου – άσχετα αν παράλληλα είναι το περιβάλλον μου που μου τις επιβάλλει. Ακόμα κι οι ώρες που περνάω άσκοπα στο ίντερνετ, κατάγονται απ’ τις ώρες που περνούν οι γονείς μου άσκοπα στην τηλεόραση˙ κι οι καταπιεσμένες μου επιθυμίες είναι τέκνα των καταπιεσμένων επιθυμιών εκείνων.

Φυσικά αυτή είναι μόνο μια αίσθηση. Επηρεαζόμαστε πολύ απ’ τα ερεθίσματα που δεχόμαστε, όμως πιστεύω πως η τελική ευθύνη για το βίο μας βαραίνει εμάς. (Κι αυτό μπορεί να θεωρηθεί τραγικό: είμαστε υπεύθυνοι για κάτι που δεν βρίσκεται μόνο στα δικά μας χέρια…) Βαραίνει εμάς, όχι μόνο γιατί θα πρέπει να έχουμε το σθένος να αντιστεκόμαστε στις επιταγές του κομφορμισμού. Μα και γιατί, όποιος κι αν είναι ο ρόλος των επιρροών ή και της τύχης, στη γενική της εικόνα η ζωή μας καθρεφτίζει εμάς, την προσωπικότητα και την ψυχή μας.

Μα από ‘δω ξεκινά και μια κάπως αισιόδοξη συνεπαγωγή: Σε κάποιο βαθμό, μικρότερο ή μεγαλύτερο, κάτι μπορούμε να αλλάξουμε. Η ζωή μας κάθε μέρα σηκώνει τροποποίηση κι επαναπροσανατολισμό. Θέλει προσπάθεια βέβαια, και πάντα θα μας περιορίζει εντός μας και το το γύρω μας. Αλλά ειδικά αυτό το “γύρω” μπορεί να λειτουργήσει και θετικά. Αρκεί να φροντίζουμε, καθημερινά, να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να διακρίνουμε έναν Αμβρόσιο. Θέλω να πω, να μην είμαστε τυφλοί ή αδιάφοροι απέναντι σ’ ανθρώπους που ακολουθούν εντελώς διαφορετικά πρότυπα από μας. Δεν έχει νόημα να τους μιμηθούμε, όμως είναι πολύ σημαντικό να ξεπερνάμε τα στεγανά μας, να αποστασιοποιούμαστε και να βλέπουμε την καθημερινότητά μας από τη διαφορετική οπτική γωνία που αυτοί θα μας προτείνουν, και να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τις αλλαγές που μας ταιριάζουν. Αυτό το νόημα δίνω σε μπλογκ σαν του Αμβρόσιου: του παράθυρου προς δυνατότητες κι ευκαιρίες που μας παρέχει η ζωή και δεν έχουμε υποψιαστεί.

   dking.jpg

  

Το ποστ είναι βασισμένο σε σχόλιό μου στο ποστ του Αμβρόσιου.

Εικόνα επάνω: David King, Nearly there, 2006.
Κάτω: David King, Untitled (Scott), 2006

Μπαμπά, τον παίρνω

hockneyparents.jpg 

(Εδώ κι ένα μήνα, χρωστάω λίγα λόγια για ένα μεγάλο που απασχολεί όλους τους ομοφυλόφιλους, και ιδίως τους νεότερους: Την αποκάλυψη του επονείδιστου μυστικού στον μπαμπά και τη μαμά… Πρόσφατα το επανέφερε και η Queerdom.)

Γράφοντας για την πολιτική πλευρά του ζητήματος της ντουλάπας, κατέληξα ότι η αξιοπρέπειά μας, καθώς και η στοιχειωδώς δημοκρατική διεκδίκηση της ανεκτικότητας του περιβάλλοντός μας απέναντι σε κάθε απόκλιση, “επιβάλλουν” σε κάθε ομοφυλόφιλο να μην κουκουλώνει τη σεξουαλικότητά του. Υπάρχει βέβαια πάντα ένας αστερίσκος: Ότι κανείς μας δεν έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τη ζωή του ακολουθώντας πιστά τις πολιτικές θέσεις του, χωρίς να σκέφτεται κι άλλους παράγοντες. Και το να βγεις από το καβούκι σου ως προς την ομοφυλοφιλία σου, και μάλιστα μέσα στην οικογένειά σου, είναι πολύ καλό παράδειγμα αυτής της αλήθειας.

Η σχέση μας με τους γονείς μας είναι τόσο πολύπλοκη, όσο και καθοριστική – πάντα βέβαια σε βαθμό αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία μας. Κουβαλάει βαθύτατα ψυχικά συμπλέγματα και ισορροπίες σε τεντωμένα σκοινιά, και περιπλέκεται από οικονομικές εξαρτήσεις και κοινωνικές συμβάσεις. Όταν λοιπόν ζυγίζει κανείς το ενδεχόμενο να μιλήσει στον μπαμπά και τη μαμά για τη σεξουαλικότητά του, υποχρεωτικά λαμβάνει υπόψη του τι σχέσεις έχει μαζί τους, και, το κυριότερο, πώς στοχεύει και πώς περιμένει να διαμορφωθούν οι σχέσεις τους μετά. Χωρίς αμφιβολία, η αποκάλυψη απελευθερώνει από τη σπατάλη ενέργειας στην προσπάθεια να κρύβεις ποιος είσαι, και στο φόβο μήπως το μάθουν. Χτίζει στο μυαλό των γονιών μια πιο αυθεντική εικόνα για το παιδί τους, και δημιουργεί προϋποθέσεις για μια πιο ουσιαστική συνύπαρξή. Όμως αυτά τα θετικά μπορούν να μεγιστοποιηθούν ή να εξανεμιστουν, ανάλογα με το ποιοι είναι οι γονείς μας, και ποιοι είμαστε κι εμείς.

Δεν μπορώ παρά να μιλήσω για τη δική μου οικογένεια. Οι γονείς μου είναι δυο τυπικοί, μεσήλικες, επαρχιώτες μεσοαστοί. Κουβαλούν όλα τα στερεότυπα και τις παρωπίδες που φέρει η όμορφη κοινωνία μας, και μάλιστα αρκετά ενισχυμένα. Η μητέρα μου είναι μια γλυκιά γυναίκα, αρκετά ανίσχυρη όμως μπροστά στον πληθωρικό σύζυγό της, κι εξάλλου σε συμφωνία με πολλές απ’ τις ιδεοληψίες του. Όσο για τον πατέρα μου… Ο μπαμπάς μου είναι ένας εξυπνος και πολυπράγμων άνθρωπος, με βροντερό λόγο, άποψη για όλα, και έντονες τάσεις επιβολής. Στην οργή του είναι εκρηκτικός και ασυγκράτητος. Δεν υπήρξε αυστηρός, με την έννοια ότι πάντα μου παρέσχε περιθώριο να κινούμαι ελεύθερα. Είναι όμως, στην ουσία της ιδεολογίας του, βαθιά συντηρητικός (άλλο αν, επειδή ψηφίζει ΠαΣοΚ και τη δεκαετία του ‘60 τον είχαν δείρει μπάτσοι σε διαδηλώσεις για την Κύπρο, νομίζει πως είναι προοδευτικός). Έχει δε, κατά σατανική σύμπτωση (;), βαθιά εμπάθεια για τους ομοφυλόφιλους. Συχνά τον ακούς να βρίζει τους πούστηδες στην τηλεόραση. Από τα πολύ μικρά μου χρόνια μου τόνιζε τη σημασία του ανδρισμού, και με επέπληττε έντονα όταν κάποιο παιδιάστικό μου φέρσιμο δεν ήταν σύμφωνο με τα σχετικά πρότυπα. Σαν τώρα θυμάμαι, στα έξι ή εφτά μου χρόνια, να παίζω με το κοντομάνικό μου και να τραβάω το λαιμό ως έξω από τον ώμο, κι αυτός να θυμωνει, γιατί αυτή η κίνηση δεν ήταν αντρική…

(Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν είναι τυχαίο το κόλλημα του πατέρα μου με τους γκέι – εξού και το ερωτηματικό στη “σύμπτωση”. Ίσως να είναι ενσάρκωση της θεωρίας ότι ομοφοβικοί γίνονται όσοι προσπαθούν να καταστείλουν τις βαθύτερες μέσα τους φιλομόφυλες ορμές. Ίσως πάλι να διέβλεπε απ’ όταν ήμουν παιδί ενδείξεις τις απόκλισής μου από τα στερεότυπα του φύλου μου, και αυτό να τον ευαισθητοποίησε μέσα του. Δεν μπορώ να ξέρω – και αδιαφορώ).

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη δική μου έλλειψη αυτοπεποίθησης, τη βαθιά ριζωμένη, κακώς νοούμενη, “ευαισθησία” – δηλαδή την αδυναμία του χαρακτήρα μου -, και την πολύ πρώιμη επίγνωση της ομοφυλοφιλίας μου, δημιούργησαν έναν ασύνειδο φόβο απέναντί του. Πόσο ισορροπημένη σχέση μπορεί να έχει ένα εύθρυπτο παιδί που διαισθάνεται ότι “δεν είναι σαν τα άλλα αγόρια”, με έναν εκρηκτικό, επιβλητικό, ομοφοβικό πατέρα. Ο φόβος καθώς μεγάλωνα εξελίχθηκε σε αντιπάθεια, με αποτέλεσμα μια έντονα αμφίθυμη και προβληματική συνύπαρξη…

Ας μην τα πολυλογώ. Όλα αυτά, ποια εικόνα μπορούν να σχηματίζουν μέσα μου, όταν αναρωτιέμαι τι θα γίνει “αν το μάθουν”; Αντικειμενικά, η αντίδρασή τους θα είναι πολύ άσχημη. Δεν μπορώ να ξέρω ποια θα είναι ακριβώς, αλλά έχω λόγους να φοβάμαι τη σωματική βία, τη διακοπή του επιδόματος, και μια βαθιά και μακροχρόνια κρίση των σχέσεων, μέχρι διακοπής… Πέρα από αυτήν την “αντικειμενική” πρόβλεψη, υπάρχει και η ενστικτώδης άλως με την οποία περιβάλλω εντός μου τη προεικόνιση μιας τέτοιας σκηνής. Με τις παιδικές εμπειρίες, λιγότερο ή περισσότερο απωθημένες, και όλες τις καταστάσεις που καθόρισαν την εικόνα των γονιών μου μέσα μου, πώς μπορώ να μη νιώθω ακραίο τρόμο και απελπισία όποτε σκέφτομαι να τους πω την αλήθεια; Τέλος, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς τα γενικότερα συμφραζόμενα της ζωής του. Στην παρούσα φάση, με έγνοιες άλλου είδους, και με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, πώς μπορώ να διακινδυνεύσω μιαν ανατροπή του κόσμου μου;

Έτσι έχω αποφασίσει να μην πω κάτι στους γονείς μου. Για την ακρίβεια, δεν αποφεύγω απλώς να τους πω την αλήθεια, μα διαψεύδω ρητά ότι είμαι ομοφυλόφιλος, και επινοώ πότε πότε διάφορα μυθεύματα για σχέσεις με το άλλο φύλο, που δήθεν τυχαία αφήνω να αιωρούνται για να αποδεικνύουν (λέμε τώρα) το φανατικό αντρισμό μου. Μου τρώει πολλή ψυχή όλο αυτό. Αλλά είναι ένα αναγκαίο κακό.

uly_father.jpg

Όλα αυτά αφορούν το δίλημμα αν θα αποκαλύψουμε από πρόθεση την ταυτότητά μας στους γονείς μας. Όμως δεν τελειώνει εκεί το θέμα. Δυστυχώς το σαπροφυτικό είδος των ρουφιάνων πάντα ευδοκιμεί, και σίγουρα οι πατεράδες και μανάδες κάποιων το μαθαίνουν από καλοθελητές. Εκεί λοιπόν ξεκινά όχι μόνο η διαδικασία να το κρύψεις, μα και να ζεις χωρίς να αφήνεις κανένα ίχνος που θα μπορούσε να καταλήξει αποδεικτικό στοιχείο στα χέρια τέτοιων τύπων. Καλώς ή κακώς, προσωπικά επιλέγω να είμαι εντελώς ανοιχτός στο περιβάλλον των σπουδών μου. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου όμως, φοράω ζώνη αγνότητας… Ο ίδιος φόβος, ίσως και ακραίος, με απέτρεψε από το να υπογράψω επώνυμα στο νέο μπλογκ για τον γάμο των γκέι. Αναγκαίο κακό…

Εξάλλου, εκτός από το να τους το πούμε και να τους το πουν άλλοι, υπάρχει και η τρίτη πιθανότητα: Να το πάρουν πρέφα μόνοι… Δεν αναφέρομαι στην περίπτωση που ανοίγουν συρτάρια και βρίσκουν τσόντες, δονητές, στραπόν και τα όμοια. (Προσωπικά δεν ξεχνώ ποτέ την απουστήρωση…) Πολύ απλά: Ακόμα κι αν δεν φαίνεται η σεξουαλικότητά μας από την εμφάνιση μας, οι γονείς μας μάς ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα, και δύσκολα θα ξεφύγει από τους περισσότερους η αλήθεια, ή τουλάχιστον η έντονη σχετική υποψία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και πολλά. Μια κλασική ανθρώπινη αντίδραση μπροστά σε κάθε τέτοια επώδυνη επίγνωση είναι η εθελοτυφλία…

Πριν λίγο καιρό, σε μια έντονα φορτισμένη συζήτηση σχετική με την ψυχική μου υγεία, η μαμά μου με ρώτησε: “Μήπως είσαι γκέι και δεν μας το λες;” Όπως μου είπε η ψυχολόγος μου, από τη στιγμή που μια τέτοια υποψία την έβαλε σε λέξεις, είναι βέβαιο ότι υποψάζεται, και μάλιστα την απασχολεί συχνά. Όμως, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο η ερώτηση που έδειχνε ότι η μητέρα μου θεωρούσε δεδομένη την αρνητική απάντηση. Πολύ περισσότερο, ότι ευχόταν, έστω ασύνειδα, ότι θα ήταν αρνητική κι ας ήταν ψεύτικη. Για να το πω αλλιώς, δεν ήταν καθόλου η ερώτηση που θα με προέτρεπε να αποκαλύψω κάτι “αρνητικό”, ή θα διερευνούσε αν της έλεγα κάποιο ψέμα. 

Με το σχετικό ταλέντο που έχω αποκτήσει σε τέτοια ψέματα, όντως αρνητική ήταν η απάντηση που έδωσα. Έχω την αίσθηση πως έκανα όχι μόνο το “καλύτερο” για τις σχέσεις μας, και για την εγωιστική προσπάθεια διατήρησης της προσωπικής μου ισορροπίας. Μα πως έκανα και ό,τι μου ζητούσε η ίδια η μάνα μου εκείνη την ώρα, και ό,τι ήταν το πιο εύκολο γι’ αυτούς. Έχουν κι αυτοί τα προβλήματά τους, δεν ξέρω αν θα το άντεχαν… Η προφανής εθελοτυφλία τους λοιπόν είναι για όλους μας αρκετά βολική. Βέβαια η ψυχολόγος μου – που κι αυτή συμφωνεί ότι καλώς δεν το λέω στη φάση αυτή – μου είχε κάποτε υπαινιχθεί πως ο φόβος της αποκάλυψης και η προσπάθεια της συγκάλυψης με κρατάνε πίσω και μ’ εμποδίζουν να λύσω τη σχετική εσωτερική μου σύγκρουση. Της απάντησα τότε: “Ε, κάποτε θα πεθάνουν”. Απάντησε ρωτώντας: “Και τότε νομίζετε πως θα έχει λυθεί η εσωτερική σας σύγκρουση;”.

Τι να κάνουμε, μη σώσει και λυθεί…

 

(Χρόνια πολλά σε όλους.)

Ο τίτλος του ποστ είναι παραλλαγή συνθήματος από το Athens Pride 2006

Eικόνες. Επάνω: David Hockney, My parents, 1977. Λονδίνο, Tate Gallery.
Κάτω: Vincent Cianni, Uly and his father, South 5th Street, Williamsburg, Brooklyn. 1998.

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. 23 σχόλια »

Τα φοβερά της μεταμέλειας βήματα

db_self-reflections3.jpg 

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπό σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος, 1956. Από την Τέταρτη Διάσταση, Κέδρος 1972

Στη “Σονάτα του σεληνόφωτος”, γνωστό κι αγαπημένο κείμενα του Ρίτσου, μιλά μια γηρασμένη γυναίκα, που πέρασε όλη της τη ζωή μόνη, κλεισμένη σ’  ένα σπίτι, ασχολούμενη με την ποίηση και τη θρησκεία. Απευθύνεται σ’ έναν νέο άνδρα, ίνδαλμα του έρωτα. Τα λόγια της είναι ένας θρήνος για την απώλεια της νεότητας, που πέρασε χωρίς η γυναίκα αυτή να χαρεί όσα η ζωή είχε να της προσφέρει. Είναι η καλύτερη εισαγωγή για όσα θέλω να γράψω.

Έγραφα στο προηγούμενο για τη νεότητα που περνα χωρίς να το καταλάβεις, και συνειδητοποιείς ότι την έχασες μόνον όταν τη δεις στα πρόσωπα και τα σώματα των άλλων. Αυτό ακριβώς συνέβη σε μένα πρόσφατα, όταν πέρασα για κάποια υπόθεση αρκετό χρόνο με μερικούς νεαρούς συμφοιτητές μου, και αντιπαράθεση των είκοσι πέντε ετών μου και της δύσης της φοιτητικής μου ζωής, με τη δική τους μετεφηβική ακόμα ηλικία, με γέμισε επώδυνη επίγνωση των χρόνων που πέρασαν. Θα μου πει κανείς, δεν μπορείς παρά να αποδεχτείς ότι τα χρόνια περνάνε, το θέμα είναι να περνάνε καλά. Ακριβώς: Δεν θα με πείραζε τόσο το τέλος των φοιτητικών μου χρόνων και το πέρασμα στο δεύτερο μισό της τρίτης μου δεκαετίας, αν κοιτώντας προς τα πίσω δεν έβλεπα ότι δεν πέρασαν και τόσο καλά. Ακριβέστερα, ότι έφυγαν χωρίς να κάνω πάρα πολλά απ’ όσα ήταν ο καιρός μου να κάνω. Γι αυτό το αίσθημα της σπατάλης και της μετάνοιας γι’ αυτήν άφησα να γράψω αυτή τη φορά.

Το ξαναλέω, φυσικά δεν γέρασα κιόλας, έχω πολλά χρόνια μπροστά μου, μικρός είμαι ακόμα, και τα λοιπά. Όμως κάθε ηλικία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, σου παρέχει άλλες δυνατότητες, σου προτείνει άλλα πρότυπα καθημερινότητας. Σύντομα θα περάσω σε εντελώς διαφορετική φάση ζωής, που θα πρέπει να υπηρετήσω, να μπω στην αγορά εργασίας και να γίνω οικονομικά ανεξάρτητος, κι εξάλλου η ωριμότητα ή το γήρας που συσσωρεύουν τα χρόνια θα μου επιβαλλουν ένα πιο συγκρατημένο πρότυπο συμπεριφοράς. Όμως στα φοιτητικά χρόνια, και μάλιστα τα πρώτα, έχεις την ευκαιρία να ζήσεις εντελώς ανέμελα, σε κλίμα συντροφικότητας με τους φίλους και τους συνομήλικούς σου, βουτώντας ως ενήλικος πια στο ξεφάντωμα, την ελευθερία και τον έρωτα. Ε λοιπόν, συχνά συνειδητοποιώ, σε στιγμές όπως αυτές που περνούσα με τους πρωτοετείς και δευτεροετείς συναδέλφους, πόσο περιόρισα τον εαυτό μου τα χρόνια του πανεπιστημίου από το να αποδεχθεί αυτό το πρότυπο ζωής.

Για χρόνια έμεινα μακριά από τις πολλές κοινωνικότητες, έκανα λίγες παρέες και λιγότερα ξενύχτια, εγκλωβισμένος στην ασφυκτική – αν και ποτέ δεν διατυπώθηκε με λόγια – πατρική προσταγή να είμαι ένας συμμαζεμένος και συνεπής φοιτητής. Βυθισμένος σε συνεχή ενδοσκόπηση και ανούσιους ψυχαναγκασμούς, έχασα την καλύτερη ευκαιρία της ζωής μου να στραφώ προς τα έξω, προς τους άλλους, και να χτίσω μια ζωή βασισμένη στη συντροφικότητα κι όχι στην αυτάρκεια. Ακινητοποιημένος από θρησκευτικά στεγανά και κοινωνικά στερεότυπα, άργησα πολύ να αποδεχθώ τη φιλομόφυλη φύση μου και να γευτώ τον έρωτα, στην ψυχική και σωματική πλευρά του. Και να πεις τουλάχιστον ότι αυτά μου επέτρεψαν να είμαι καλός φοιτητής; Απέτυχα και σ’ αυτό, χάνοντας εύκολα μαθήματα και απαραίτητες γνώσεις στο αντικείμενό μου – που μ’ ενδιέφερε κιόλας, δεν το ακολουθούσα υπό καταναγκασμό. Έρχονται λοιπόν βραδιές που όλα αυτά κολλάνε στο μυαλό μου, συνθέτοντας έναν εσωτερικό μονόλογο δυσβάσταχτης μεταμέλειας και αυτομομφής, και δημιουργώντας μου για τον εαυτό μου μια εικόνα κοινωνικής, ερωτικής, συναισθηματικής αναπηρίας. Ειδικά βραδιές που έχω μόλις δει πόσο ελεύθερα τα βιώνουν όλα αυτά οι νεότεροι συμφοιτητές μου.

Ξέρω βέβαια ότι τα νιώθω όλα αυτά τόσο έντονα γιατί είμαι γενικά άνθρωπος πεσιμιστής και βαθιά ενοχικός. Ξέρω επίσης ότι δεν είμαι αποκλειστικά υπεύθυνος για όλες μου αυτές τις παραλείψεις: Εκτός από όσα στεγανά η ανατροφή μου μού είχε επιβάλει και δεν ήταν εύκολο να ξεπεράσω, είχα να αντιμετωπίσω και μια αρκετά καλή και μακροχρόνια επαλληλία από μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια. Πιστεύω όμως ότι, όποιες δυσκολίες μάς τύχουν, εμείς έχουμε την τελικη ευθύνη για το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο στη σούμα της ζωής μας.

Έλεγα κλείνοντας την προηγούμενη καταχώρηση, ότι ανεξάρτητα απ’ το “μέχρι τώρα”, σημασία έχει αυτό που απομένει. Ότι δηλαδή αντί να κλαίμε για τα χυμένα χρόνια, προτιμότερο είναι να κανονίσουμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα όσα απομένουν στο ποτήρι. Θα ‘λεγε κανείς ότι, αφού έχω την πικρή εμπειρία των λαθών που περιέγραψα, θα μου είναι πιο εύκολα να διακρίνω τον κίνδυνο να τα επαναλάβω. Ακούγεται κοινότοπο, μα είναι σωστό, σε πρώτο επίπεδο. Βέβαια δεν ξέρω αν είναι εφικτό για οποιονδήποτε αυτό, να μην αισθανθεί κάποια στιγμή ότι δεν άφησε και πολλές δυνατότητες στη ζωή του ανεκμετάλλευτες, ότι την επένδυσε σωστά. Πέρα όμως απ’ αυτό: Καθώς αναρωτιέμαι για τα χρόνια μου που έρχονται, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι αυτός που καλείται να τα ζήσει είναι ο ίδιος που ξόδεψε τα περασμένα με τον τρόπο περιέγραφα παραπάνω. Γνωρίζω τον εαυτό μου, και η προσωπικότητά μου, τα βιώματα που κουβαλάω, μου δημιουργούν το προαίσθημα ότι το “από ‘δώ και πέρα” δεν θα διαφέρει και πολύ απ’ το “ως εδώ”. Τις νύχτες λοιπόν, που μόνος σπίτι μου αφουγκράζομαι τη μεταμέλεια για όσα παρέλειψα να ζήσω, νιώθω πως ταυτόχρονα πενθώ προκαταβολικά για τις όμοιες παραλείψεις, για τα ανάλογα αισθήματα απώλειας και σπατάλης που έχω τη διαίσθηση ότι σίγουρα με περιμένουν στο μέλλον. Και στο σημείο αυτό μπορώ να κλείσω κυκλικά, όπως ξεκίνησα στο προχτεσινό ποστ:
 

Λες και δεν χάνεις γευστικά
χάνοντας μια φορά αυτό που χάνεις
πρέπει και να προ-χάνεις
από το χέρι του προ-δήμιου,
της προαίσθησης,
της μαρτυριάρας του επερχόμενου.

Κική Δημουλά, Το τελευταίο σώμα μου, 1981. Από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1998

 

Eικόνα: Kurt Weston, Self reflections, 2000

Η νεότητα των άλλων

picture.jpg

Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.
Σα να ‘ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.
Πάντα τελευταία το μαθαίνει – απ’ τη νεότητα των άλλων.

Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δεν ζούμε;
Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατός μας.

Kική Δημουλά, Χαίρε Ποτέ, 1984. Από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1998.

Πριν λίγο καιρό, με προσέγγισαν κάποιοι άγνωστοί μου συμφοιτητές από τα πρώτα έτη. Ήθελαν να μιλήσουμε για κάποια φοιτητική πρωτοβουλία, στην οποία είχα πρωτοστατήσει παλιότερα κι αυτοί ήθελαν να ανανεώσουν. Με ευχαρίστηση δέχθηκα να βοηθήσω, και βρεθήκαμε για καφέ και συζήτηση.

Ήταν αγόρια στα δεκαοχτώ με είκοσι, πέντ’-έξι χρόνια μικρότερα από μένα. Κάποιο απ’ αυτά ήταν ένα μικρόσωμο μελαχρινό παιδί, με αρμονικό πρόσωπο και πυκνές, μακριές βλεφαρίδες. (Το τελευταίο με γοητεύει πολύ στους άνδρες.) Άλλοι πάλι έδειχναν λάτρεις της ανάγνωσης και της τέχνης, και αυτό με γοητεύει επίσης. Ακόμα χειρότερα, κάποια άλλη στιγμή βρέθηκα στο σπίτι του ενός – του πιο διαβασμένου απ’ όλους. Γύρω γύρω ακαταστασία, άπλυτα πιάτα, βιβλία πολιτικής και φιλοσοφίας, και μυθιστορήματα ρώσων κλασικών. Ήθελε να αλλάξει μπλούζα, και την έβγαλε μπροστά μου, αποκαλύπτοντας έναν άτριχο κορμό, με ογκώδεις μυς και πλούσια γράμμωση – προϊόν ετών γυμναστηρίου, όπως μου απάντησε όταν τον ρώτησα – , και ένα δέρμα στιλπνό κι άψογο. Με ερεθίζουν πολύ οι μεγαλύτεροι άντρες. Όμως, όπως οι περισσότεροι, δεν γίνεται να μη με συνεπάρει κι ομορφιά ενός αγοριού στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, στη μετάβασή του από έφηβο σε άντρα. Οι σκηνές που περιγράφω δεν ήταν στιγμές σεξουαλικού ερεθισμού, μα στιγμές πολύ στενής προσέγγισης με το ιδεώδες της νεότητας, και της ομορφιάς που τη συνοδεύει, ως αντικείμενο του πόθου. Και τις βίωνα βέβαια αρκετά επώδυνα, όπως πάντα όταν βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάτι που επιθυμώ μα δεν φτάνω.

Είχα πολλά χρόνια να έρθω σε ουσιαστική επαφή με παιδιά των πρώτων ετών. Αυτά τα αγόρια λοιπόν, με τα πιο παιδικά τους πρόσωπα˙ το κλίμα εφηβικής παρέας ανάμεσά τους˙ την ανεμελιά στα θέματα σπουδών και πτυχίου˙ τη διάθεση και τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθούν εντός της φοιτητικής κοινότητας˙ τον κλασικό τρόπο που βίωναν τα χρόνια του πανεπιστημίου ως περίοδο νέων εμπειριών, πρωτοβουλιών, κουλτούρας και γλεντιού˙ όλα αυτά με έφεραν αντιμέτωπο με την κάπως κρυμμένη, ενδόμυχη διαπίστωση ότι δεν είμαι πια σαν αυτούς. Τα αγόρια αυτά σχημάτιζαν μπροστά μου μια σαφή εικόνα φοιτητών μετεφηβικής ηλικίας. Κι η σαφήνειά της εικόνας ήταν για μένα ένα ακόμα επώδυνο βίωμα: μού δήλωνε ρητά πως για μένα ένα σημαντικό μέρος των χρόνων της νεότητάς είναι πια παρελθόν. Το λαμπερό λουλούδι της νεότητας μπροστά στα μάτια μου, ήταν γεμάτο από τέτοια δηλητηριώδη αγκάθια.

Τα παραπάνω σκιαγραφούν τον τρόπο που εισπράττω το θέμα. Η νεότητα ως αντικείμενο πόθου συνδέεται στενά με την ομορφιά (και) ως προς το εξής: Η επιθυμία της έχει για μένα (και για τους περισσότερους υποθέτω) δυο όψεις. Η μια έχει να κάνει με το πόσο γοητεύει ερωτικά η μικρή ηλικία κάποιου που ποθούμε. Η άλλη αφορά την επιθυμία και την ηδονή να βλέπουμε τα χαρακτηριστικά της επάνω μας, ή την οδύνη να διακρίνουμε τα σημάδια της απώλειάς της.

Τώρα, στην ερώτηση πότε πρόλαβαν και παρήλθαν τα χρόνια αυτά, πότε συντελέστηκε η απώλεια της πρώτης αυτής νιότης, καμιά απάντηση δεν μπορώ να δώσω στον εαυτό μου. Ξέρουμε όλοι πόσο ύπουλα περνά ο καιρός, πόσο επιτήδεια μας νικούν και μας καταλαμβάνουν τα χρόνια φιλεύοντάς μας μέρες (όπως λέει αλλού η πάντα αισιόδοξη, σαν εμένα, Δημουλά). Η φαινομενική ακινησία του παρόντος κρύβει μιαν ακατάλυτη επιταχυνόμενη πορεία προς την εξάντληση του χρόνου μας. Όπως μοιάζει ακίνητο το κομμάτι του ξεφλουδισμένου ξύλου που, γρια πια, περιγράφει κι η σπαρτιάτισσα Ελένη:

Θυμάμαι ακόμα, παιδί, στις όχθες του Ευρώτα, πλάι στις ζεστές πικροδάφνες,
τον ήχο από ‘να δέντρο που ξεφλουδιζόταν μόνο του˙ οι φλούδες
πέφτανε μαλακά μες στο νερό, πλέαν σαν τριήρεις, ξεμακραίναν,
κι εγώ περίμενα, σώνει και καλά, μια μαύρη πεταλούδα με πορτοκαλιές ραβδώσεις
να κάτσει σε μια φλούδα, απορημένη που, ενώ μένει ακίνητη, κινείται,
κι αυτό με διασκέδαζε που οι πεταλούδες, αν και έμπειρες του αέρα,
δεν έχουν ιδέα από ταξίδια στο νερό κι από κωπηλασίες. Και ήρθε.

Γ.Ρίτσος, Η Ελένη, 1970. Από την Τέταρτη διάσταση, Κέδρος 1972.

Έρχεται απλώς μια στιγμή που, βλέποντας πως άλλοι είναι πιο νέοι από σένα, συνειδητοποιείς ότι δεν έμεινες στάσιμος, μα ξεφλουδίστηκες κι εσύ και σε πήρε το ρεύμα του χρόνου.

Αναγνωρίζω βέβαια ότι στα είκοσι πέντε μου, που δεν τα έχω καλά καλά κλείσει, είμαι ακόμα πολύ μικρός, και κάποιοι θα σκέφτεστε ότι λέω ανοησίες. Δίκιο έχετε, έχω μια τάση να βλέπω μισοάδειο το ποτήρι. Βέβαια, άλλο είκοσι πέντε κι άλλο δεκαεννιά, δεν είναι μικρή η διαφορά. Κι εξάλλου, ως τελειόφοιτος βρίσκομαι στο πέρας των φοιτητικών μο χρόνων, ενώ τα αγοράκια εκείνα στην αρχή τους. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το περιεχόμενο του ποτηριού που πια λείπει, δεν πειράζει, εφόσον το ξόδεψες για να κερδίσεις και να μάθεις πράγματα. Και βέβαια σημασία έχει κυρίως ό,τι απομένει στο ποτήρι, και πώς θα το αξιοποιήσεις καλύτερα.

(Πάνω σ’ αυτά σύντομα η συνέχεια.)

 

Εικόνα: Marc Morrisroe, Untitled, 1984-1989.

Βιβλία (και ταινίες) που με σημάδεψαν – Αχ, να ‘μουν κριτικός λογοτεχνίας… (ΙΧ)

(Μετά από αρκετό καιρό, που χρειάστηκε για να στρώσω το νέο μπλογκ, το πρώτο μου ποστ στο WordPress.)

clandestine-mind.jpg

Τα παιχνίδια-πυραμίδες έγιναν της μόδας στην ιστόσφαιρα. Αυτή τη φορά ο Reader’s-Diggest μου έκανε την τιμή να με προσκαλέσει, να γράψω κι εγώ για τα πιο σημαντικά βιβλία που έχω διαβάσει. Διακρίνει κανείς τον κίνδυνο να φτάσουμε στην υπερβολή, και τα παιχνίδια αυτά να χάσουν το νόημα και το ενδιαφέρον τους, που βρίσκεται στο να παίρνουμε την ευκαιρία και να αποκαλύπτουμε κάποια πράγματα για τον εαυτό μας. Όμως σκέφτηκα ότι η απάντηση αυτή μπορεί να γίνει ένας όμορφος μίτος, με προορισμό το να πω κάποια πράγματα που θέλω να μιραστώ απ’ τη ζωή μου. Και με την ευκαιρία αυτή, θα απαντήσω και στην πρόσκληση που μου είχε κάνει την τιμή να μου απευθύνει ο Lithium, για τις αγαπημένες μου ταινίες, και (ελαφρώς ξινά) ξεμπέρδεψα μαζί της με ένα σχόλιο στο δικό του μπλογκ (αφού δεν έβλεπα ότι όντως κι αυτήν θα μπορούσα να την αξιοποιήσω όπως περιέγραψα παραπάνω).

Δυστυχώς στη ζωή μου δεν έχω διαβάσει αρκετά βιβλία. Από παιδί αγαπούσα το διάβασμα (να ‘ναι καλά ο μπαμπάς κι η μαμά που συνέχεια μου χάριζαν βιβλιαράκια). Όμως δυστυχώς, για πολλά χρόνια, η κατάθλιψη που με ταλαιπωρούσε μου στερούσε ενέργεια και μυαλό απ’ την ανάγνωση. (Ευτυχώς, όταν το Seroxat άρχισε να δουλεύει, ένα απ’ τα πρώτα σημεία βελτίωσης ήταν ότι ξαναγύρισα ευτυχώς στα βιβλία). Εκτός αυτού, και χωρίς παριστάνω τον βαθυστόχαστο αναγνώστη, διαβάζω πολύ αργά, γιατί μου αρέσει να εισχωρώ όσο μπορώ στο κείμενο – αλλά και γιατί δυσκολεύομαι συχνά να συγκεντρωθώ στη σελίδα. Έτσι δεν έχω πολλά βιβλία υποψήφια για τη λίστα. Όμως υπήρξαν κάποια βιβλία που αγάπησα, που με επηρέασαν, και που στάθηκαν, θα έλεγα, εμβληματικά, για κάποιο τουλάχιστον διάστημα της ζωής μου. Είναι τα παρακάτω, με τη σειρά που τα διάβασα. Σε παρένθεση η ηλικία που είχα τότε, και με μπλε γράμματα κάποιο αγαπημένο απόσπασμα.

1. Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (15)

Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.

Ο Σεφέρης στάθηκε η πρώτη μου επαφή με τον αγαπημένο κόσμο της ποίησης. Φυσικά, στα δεκαπέντε σου, στους πενήντα στίχους που διαβάζεις επικοινωνείς με έναν, όμως καθώς περνούσαν τα χρόνια εξοικειώθηκα καλύτερα με τον ποιητή. Μου είχε μιλήσει έντονα το αίσθημα της συλλογικής αγωνίας, κάτω από ένα δυσβάσταχτο παρελθόν και μπροστά σ’ ένα αβέβαιο μέλλον, που αναδυόταν από τα ποιήματά του. Κυρίως απολάμβανα τη “Γυμνοπαιδία” και το “Μυθιστόρημα” – επαναλαμβάνω, καταλαβαίνοντας το ένα δέκατο απ’ όσα διάβαζα. Το όραμα της “ελληνικότητας” – κατασκευασμένης ή πραγματικής, διαλέγετε και παίρνετε – επίσης με είχε συνεπάρει, μα επ’ αυτού περισσότερα αμέσως μετά. Αργότερα τον άφησα στην άκρη τον Σεφέρη, και δεν κατόρθωσα να εμβαθύνω πολύ ως σχετικά ώριμος ενηλικος αναγνώστης. Όμως σίγουρα θα επιστρέψω.

2. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Διηγήματα (16)

Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, δια να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

Η μεγάλη αγάπη της εφηβείας μου. Βέβαια αυτό δεν ήταν και πολύ καλό… Όπως και με τον Σεφέρη, με ενθουσίαζε η αίσθηση της ελληνικότητας που έβρισκα στον Σκιαθίτη. Επιπλέον, τα διηγήματά του ταίριαζαν γάντι με τη συνεχή μου τότε ενασχόληση με τη θρησκεία. Ήμουν πολύ επηρεασμένος από ελληνοκεντρικές θεωρίες νεορθοδοξίας, σαν αυτές του Χρήστου Γιανναρά (ναι, πέρασα δύσκολη εφηβεία)… Όμως στον Παπαδιαμάντη η πίστη ζωγραφίζεται με χρώματα θαλπωρής και αγάπης, που δεν είχαν καμιά σχέση με τον ψυχαναγκαστικό, ενοχικό, πουριτανικό τρόπο που τη βίωνα εγώ. Από τότε σχεδόν έχω να διαβάσω Παπαδιαμάντη. Παραμένω όμως γεμάτος βαθύ θαυμασμό για το μυθοπλαστικό του κόσμο, και ακόμα ανατριχιάζω στην ενθύμιση των αγαπημένων μου κειμένων. Που ήταν (σε απόλυτη αντιστοιχία με την καταθλιπτική μου ιδιοσυγκρασία): “Το μοιρολόγι της φώκιας”, ο “Νεκρός ταξιδιώτης”, και “Ο Έρωτας στα χιόνια”.

3. Αισχύλος, Ορέστεια (18)

Οτοτοτοτοί πόποι δα, ώπολλον ώπολλον.

Ωριμάζοντας σταδιακά ως αναγνώστης, αποφάσισα να καταπιαστώ πρώτα με κλασικά κείμενα, πριν αρχίσω να διαβάζω σύγχρονη λογοτεχνία. Η αρχαία τραγωδία ήταν μια από τις σημαντικότερες στάσεις μου, κι η τριλογία της “Ορέστειας” η πιο σπουδαία απ’ όσες διάβασα. Αν και μικρός, νομίζω κατόρθωσα να πιάσω κάτι απ’ το τραγικό ρίγος μπροστά στην ανθρώπινη ύβρι και την ανελέητη θεία νομοτέλεια. Αγαπημένο πρόσωπο μάλλον η Κασσάνδρα, ηρωίδα απλώς δευτερεύουσα στον “Αγαμέμνωνα”, μα που κουβαλά από πίσω μια ολόκληρη άλλη τραγωδία μόνη της.

4. Κική Δημουλά, Ποιήματα (19)

Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι
που δεν φτάνω.

Ίσως το βιβλίο που με επηρέασε όσο κανένα άλλο. Κι αυτό ήταν πολύ κακό… Το αγόρασα στο δεύτερο έτος, ακριβώς όταν ξεκινούσαν τα πραγματικά μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια.  Λάτρεψα πραγματικά τα ποιήματά της, γιατί ακριβώς ένιωθα ότι βιώνω ακριβώς ό,τι περιγράφουν – κι όταν αυτό συμβαίνει, νομίζω έχεις τη μέγιστη δυνατή επικοινωνία με ένα ποιητικό έργο. Η διαπεραστική, σαρκαστική, θεόπικρη ενδοσκοπική ματιά της Δημουλά εξέφρασε, και συνέχισε να το κάνει για χρόνια, τη δική μου απελπισία για τον εαυτό μου και τη ζωή. Και ο τρόπος που έγραφε για τον έρωτα, πάντα μέσ’ από το πρίσμα του ανικανοποίητου και του τραυματικού, ταίριαζε γάντι με τις τότε σχετικές μου εμπειρίες. Ευτυχώς κάποια στιγμή κατόρθωσα να απεξαρτηθώ. Ευτυχώς λέω, όχι γιατί δεν έχει μεγάλη αξία ως ποιήτρια – αν και τώρα πια διακρίνω καλύτερα τα όριά της – μα γιατί με ωθούσε να ανακυκλώνω τη μεμψιμοιρία μου. Ωστόσο εξακολουθώ να αγαπώ το έργο της – όπως εξάλλου εξακολουθώ να είμαι πεσιμιστής και να νιώθω αδύναμος μπροστά στο τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

5. Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα (23)

Ικέτευσα, ω μνήμη
να σ’ εύρω βοηθόν   -  αρίστην, για να κάμω
του νέου που αγαπούσα   -  το πρόσωπον ως ήταν.
Μεγάλη η δυσκολία   -  απέβη επειδή
ως δέκα πέντε χρόνια   -  πέρασαν απ’ την μέρα
που έπεσε, στρατιώτης,   -  στης Μαγνησίας την ήτταν.

Το παραδέχομαι, πολύ καθυστερημένα ασχολήθηκα ουσιαστικά με τον Καβάφη. Έφηβος, τον απέφευγα με βδελυγμία, στα πλαίσια της προσπάθειάς μου να κατασβήσω τα φιλομόφυλά μου πάθη. Πιο μεγάλος επίσης, μόνο θλίψη έβρισκα στα ποιήματά του, γιατί εξακολουθούσα να έχω προβλήματα με την γκέι φύση μου. Όταν τελικά τα βρήκα μαζί της, είχα μια καταπληκτική τύχη: Ξεκίνησα να διαβάζω τον Αλεξανδρινό όταν ξεκινούσε κι ένας σύντομος μα όμορφος έρωτάς μου, για έναν φιλόλογο, κάτοχο διδακτορικού στην ποίησή του. Τι να πω  εγώγια τον Καβάφη. Ο τρόπος που προσεγγίζει την έλξη στο ίδιο φύλο ήταν επανάσταση για την εποχή του. Πέρα όμως απ’ αυτό, βρίσκω απίστευτο πλούτο στην απεικόνιση της τραγικής ανθρώπινης συνθήκης στα ποιήματά του. Κατά βάθος, η υπαρξιακή αγωνία μπροστά στη φθορά, την απώλεια και τον χρόνο, και η άρρηκτή τους σύνδεση με το ερωτικό βίωμα, αυτές είναι που χτυπούν τις εσωτερικές  – πάντα μελαγχολικές – χορδές μου.

6. William Shakespeare, Hamlet (24)

To die, to sleep -
No more – and by sleep to say we end
The heartache and the thousand natural shocks
That flesh is heir to.

Από τις ώριμες τραγωδίες του Σακεσπήρου που διάβασα τελευταία, ο “Άμλετ” μου άρεσε περισσότερο. Κι οι άλλες είναι έξοχες. Όμως η ιστορία του μελαγχολικού πρίγκηπα της Δανιμαρκίας είναι ένα επίπεδο πιο πάνω, για το δικό μου αναγνωστικό γούστο, γιατί είναι γεμάτη με τραγικά καθαρές αποτυπώσεις της υπαρξιακής αγωνίας. Ο “Άμλετ” είναι έργο για το οπίο χύθηκαν και χύνονται τόνοι μελάνι, κι έχουν προταθεί αμέτρητες διαφορετικές του ερμηνείες. Ο Έλιοτ το αποκάλεσε “Μόνα Λίζα”, το ίδιο αινιγματικό με το χαμόγελο της αναγεννησιακής καλλονής. Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά. Όμως εμένα στον “Άμλετ” με συγκλονίζει η αίσθηση του υπαρξιακού ιλίγγου, μπροστά στο τραγικό μυστήριο της ζωής.

Θα χαρώ να πάρουν, αν θέλουν, τη σκυτάλη οι (αλφαβητικά):

Αμβρόσιος
Αphrodite
George Le Nonce
Erva_Cidreira
Ζεν Γρύλος

Κι ακολουθούν πέντε ταινίες που αγάπησα, όπως τις έγραψα στου Lithium (με μια μόνο αλλαγή), με αξιολογική σειρά.

5. La pianiste: (Michael Haneke, 2001) Η διπλή ζωή μιας ψυχρής καθηγήτριας πιάνου, που μεταμορφώνεται σε σαδομαζοχιστικό σεξουαλικό κτήνος, κατά βάθος διψασμένο για αγάπη και προσέγγιση. Ταινία έντονης ψυχολογικής βιαιότητας, που ερευνά έξοχα το θέμα του σεξ, της διαστροφής, και κυρίως της αναζήτησης αγάπης και αλληλεγγύης με τον πλησίον. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ συγκλονιστική. Αξέχαστη η σκηνή που ενώ κάνει στοματικό έρωτα στον εραστή της κάνει εμετό, και αφού συγκρουστούν βγαίνει από την αποθήκη (ή κάτι τέτοιο) όπου βρίσκονταν και τρεκλίζει μόνη της πάνω στον πάγο.

4. Hammam: (Jean-Daniel Cadinot, 2004) Η καλύτερη πορνογραφική ταινία που έχω δει. Αντίθετα με τις προβλέψιμες, πανομοιότυπες αμερικάνικες τσόντες, η γαλλική αυτή παραγωγή έχει φαντασία και, κυρίως, μια κάπως ερασιτεχνική φρεσκάδα στον τρόπο που γίνεται το σεξ. O σκηνοθέτης αναφέρεται στη Wikipedia ως ο πιο γνωστός γάλλος δημιουργός γκέι πορνό.

3. Χορεύοντας στο σκοτάδι: (”Dancer in the dark”, Lars von Trier, 2000) Τα βαριέμαι τα μιούζικαλ, αλλά εδώ αυτό το παλιό πρότυπο αντιμετωπίστηκε με πρωτοποριακή φαντασία, για να φτιαχτεί ένα ποίημα. Η Μπγιορκ θεά, η μουσική της απίστευτη. Βέβαια εκτός αυτού παραμένει η πιο καταθλιτική ταινία που έχω δει, αφού το τέλος είναι εντελώς σαδιστικό από την πλευρά του σκηνοθέτη.

2. Το βλέμμα του Οδυσσέα: (Θόδωρος Αγγελόπουλος, 1995) Δεν την κατάλαβα βέβαια εντελώς. Όμως η αναζήτηση του ήρωα για ένα ιστορικό και παράλληλα ένα προσωπικό “νόημα” τον κάνουν κλασική μορφή του σινεμά. Επιπλέον, η φωτογραφία πραγματικά επική και μαζί ποιητική. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Καϊτέλ, πάνω στο ποταμόπλοιο που μεταφέρει στο Δούναβη το σπασμένο αδριάντα του Λένιν, μέσα σε ένα βουβό, χιονισμένο τοπίο.

1. Ερωτική επιθυμία: (Ιn the mood for love, Wong Kar-wai, 2000) Η φράση “κινηματογραφικό ποίημα” σ’ όλο της το νόημα. Εντελώς απλή και εσωτερική κινηματογράφηση, από την οποία εκτινάσσεται ένας απίστευτος πήδακας συναισθήματος. Η φωτογραφία εξαιρετική, η πρωταγωνίστρια πιο κομψή και ντελικάτη κι απ’ την Κατρίν Ντενέβ, το σάουντρακ υπέροχο.

Θα χαρώ να μπουν, αν θέλουν, στο παιχνίδι οι (αλφαβητικά):

Aphrodite 
Άρης Δαβαράκης
Erva_Cidreira
Ζεν Γρύλος
Queerdom

Φωτογραφία: John Dugdale, The clandestine mind, 2003
 

Μετακόμιση

Μια ωραία πρωία (15.3) το μπλογκ “D e s i d e r i u s 82″ είχε εξαφανιστεί από το Blogger. Επιπλέον, κάποιος έσπευσε να οικειοποιηθεί τη διεύθυνση desiderius1982.blogspot.com, και να στήσει εκεί ένα δικό του μπλογκ φάντασμα. Δεν έχω ιδέα πώς συνέβη αυτό. Το Blogger είναι εντελώς σχιζοφρενές; (Μου είχε σβήσει στο παρελθόν ολόκληρα ποστ). Κάποιος ιός η βακτήριο φταίει;  Κάποιος που αγνοώ έσπασε κωδικούς και μου έκανε αστειάκια; Φταίω εγώ που δεν έχω firewall;

Μου πέρασε από το μυαλό να σταματήσω το ιστολογείν. Όμως από τη μια είναι για μένα μια σημαντική ευκαιρία αποφόρτισης, από την άλλη με κρατά σε καθημερινή επαφή με τη διαδικασία της γραφής.

Αποφάσισα λοιπόν να το ξαναφτιάξω απ’ την αρχή… Όχι στο Blogger βέβαια, που αποδείχθηκε επανειλημμένως αναξιόπιστο. Από ‘δω και πέρα τα νέα μου ποστ θα βρίσκονται εδώ:

 http://desiderius82.wordpress.com

Σιγά σιγά θα επαναδημοσιεύσω και το αρχείο του προηγούμενου μπλογκ, τουλάχιστον κατά ένα μέρος. Για αρχή ξαναδημοσιεύω το τελευταίο ποστ, με όσα σχόλιά του υπάρχουν στο αρχείο μου. Το νέο μπλογκ θα βρει την εικόνα του σιγά σίγά, το WordPress είναι πολύ διαφορετικό από το Blogger… Ελπίζω στην κατανόησή σας.

Επειδή η προηγούμενη διεύθυνση κατοχυρώθηκε από άλλον, δεν μπορώ ούτε να βάλω εκεί ένα λινκ ώστε να προωθώ τους επισκέπτες στη νέα αυτή διεύθυνση. Παρακαλώ θερμά όσους ιστολόγους μού έκαναν την τιμή να με συμπεριλάβουν στους συνδέσμους τους, να αλλάξουν την παλιά διεύθυνση με τη νέα. Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

 (Θερμές ευχαριστίες σ’ όλους τους φίλους που ανταποκρίθηκαν στα e-mail που έστειλα και άλλαξαν τους συνδέσμους τους.)

Αναρτήθηκε στις Uncategorized. 26 σχόλια »

Oι άντρες περνούν, μαμά… (VII) – Τέλης, 26

 

Αρχήν δε θηράν ου πρέπει ταμήχανα.

(Μτφρ: Απ’ την αρχή δεν πρέπει να επιδιώκουμε ό,τι είναι ανέφικτο.)

Σοφοκλής, Αντιγόνη

altoviti.jpg

Εκείνο το βράδυ δεν το πέρασα στο ίντερνετ, μα σε μια ροκ συναυλία – σπάνιο γεγονός στην πόλη όπου χάνω τα φοιτητικά μου χρόνια. Έπαιζε ένα γνωστό συγκρότημα, και στο μαγαζί εκτός από τους δυο φίλους μου ήταν μαζεμένοι κι άλλοι συμφοιτητές. Σε τέτοιες περιστάσεις έχω ανά πάσα στιγμή το χώρο υπό την εποπτεία μου: είναι άριστες ευκαιρίες να γεμίσω τα μάτια μου με νεανική αντρική ομορφιά, με την κρυφή επιθυμία να πετύχω και κάποιον με τον οποίο θα έχουμε κοινά γούστα.

Και ξαφνικά, όπως τα λέγαμε με παιδιά απ’ τη σχολή, ένα ίνδαλμα της ερωτικής μου επιθυμίας βρέθηκε μες στα μάτια μου: Κάποιο νόστιμο αγόρι άρχισε να μιλάει με την Π., μια συνάδελφο που στεκόταν πλάι μου. Τον παρατήρησα λαίμαργα. Ήταν σχετικά μικρόσωμος – και προτιμώ τους ψηλούς – μα είχε γλυκό αξύριστο πρόσωπο, στίλ κομψό και μοντέρνο, και κάτι λεπτό και ντελικάτο στις κινήσεις. Όλη η λεπτότητά του μου έβαλε βέβαια ψύλλους στ’ αυτιά. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ επιδέξιο στο να διακρίνω αν κάποιος το πάει το γράμμα. Κι αυτός, παρόλο που δεν θα τον έλεγες θηλυπρεπή, ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι μοιραζόταν την προτίμησή μου στο ίδιο φύλο.

Πήγε και στάθηκε λίγο παραπέρα, κι η συναυλία ξεκίνησε. Η επιθυμία μου εντεινόταν. Μαζί μου ήταν και η καλύτερή μου φίλη, η Μ., με την οποία μιλάμε ελεύθερα. Όπως κάνω συνήθως, της έδειξα το αγόρι που μου άρεσε. “Είναι γνωστός της Π., να κάνω κίνηση;” Η γλυκιά μου η Μ. με ενθάρρυνε. “Ασ’ το καλύτερα, απάντησα ωστόσο. Δεν είμαι εντελώς σίγουρος ότι είναι γκέι. Κι αν είναι, σιγά μη δώσει σημασία αυτός σε μένα. Απ’ την αρχή δεν πρέπει να επιχειρούμε ό,τι είναι ανέφικτο” – όπως είχε πει η Αντιγόνη στην Ισμήνη όταν της πρότεινε να θάψουν κρυφά τον Πολυνείκη. Και τα πίστευα όσα τις έλεγα. Ήμουν σίγουρος πως σε λίγες ώρες θα βρισκόμουν μόνος σπίτι μου, και θα έκλαιγα τη μοίρα μου που για άλλη μια φορά η επιθυμία δεν ευοδώθηκε. Καλύτερα λοιπόν να μην υποδαύλιζα τον πόθο, επιδιώκοντας να τον εκπληρώσω.

Ο πιο βασικός λόγος όμως που δίσταζα ήταν μάλλον άλλος: Δεν την κατέχω την τέχνη της ερωτικής προσέγγισης, κοινώς του φλερτ. Ως έφηβος και νεαρός ενήλικας ήμουν εντελώς περίκλειστος, και απείχα πλήρως από τα ερωτικά. Όταν πια προχώρησα στη ζωή μου και άρχισα να εκφράζω ό,τι είχα μέσα μου, το ίντερνετ μού έδωσε την εύκολη λύση. Όλες, μα όλες οι σχετικές γνωριμίες μου, οι σχέσεις της μιας βραδιάς, το παιδί με το οποίο έκανα την πρώτη και τελευταία σχέση μου, ο πρώην εραστής που είναι πια ο καλύτερός μου φίλος, όλες ξεκίνησαν με ηλεκτρονικό τρόπο. Δεν μου είναι οικεία η οδός της “live” προσέγγισης, που είναι ο κανόνας για τους περισσότερους από σας (ετεροφυλόφιλους κυρίως). Μια μόνο φορά στη ζωή μου πήρα το θάρρος να φλερτάρω ανοιχτά ένα αγόρι σ’ ένα μπαρ, με κωμικοτραγικά αποτελέσματα. Εξάλλου, δεν είμαι απ’ τους τύπους που τα καταφέρνουν σε κάτι τέτοια. Εκτός απ’ την άνεση και το επικοινωνιακό χάρισμα που μου λείπει, έχω μια τάση να είμαι απροκάλυπτος, ευθύς και κάπως μονοκόμματος. Κι αυτά δεν γίνονται έτσι… Ε, ήταν και το άλλο. Η γνωριμία στο ίντερνετ έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό, ότι από την αρχή δηλώνονται οι στόχοι του καθένα, κι αν ταιριάζουν προχωράει. Τη βραδιά εκείνη, πώς να ήξερα αν σ’ αυτό που επιδιώκουμε στις γνωριμίες μας, με το παιδί εκείνο θα συμπίπταμε; Και, αλήθεια, σκέφτηκα, ποιος είναι ο στόχος μου με το παιδί αυτό; Στο ίντερνετ μπαίνω πρώτα για να ικανοποιήσω τα σεξουαλικά μου ένστικτα, και, αν είμαι τυχερός, να βρω και λίγη τρυφερή συντροφιά. Με το γλυκό εκείνο αγόρι, μόνο σεξ θα επιδίωκα; Ή μια πιο “βαθιά” γνωριμία, εγώ, που τα ‘χω συμφωνήσει με τον εαυτό μου (για διάφορους λόγους, θα το συζητήσουμε άλλη φορά) ότι πρέπει να αποφεύγω τις μονιμότητες; Με λίγα λόγια, ένιωσα ότι έχω να γεφυρώσω ένα τεράστιο χάσμα, ανάμεσα στα πρότυπα γνωριμιών που γνωρίζω, και σ’ ό,τι επιθυμούσα να δικιμάσω εκείνη τη βραδιά.

Καλά όλα αυτά. Όμως η παρορμητική μου φύση, το κέφι της βραδιάς, το δεύτερο μπουκάλι μπύρα δεν μου επέτρεψαν να τα λάβω υπόψη. Με τακτ και χιούμορ ρώτησα την Π. για το παιδί εκείνο, κι αν ήταν όντως γκέι. Μου είπε πως τον έλεγαν Τέλη, μα δεν είχε τόση οικειότητα για να ξέρει κάτι τόσο προσωπικό του. “Κανόνισε κατάσταση!” της είπα, μεταξύ αστείου και σοβαρού. Μάλλον τυπικές σχέσεις είχαμε ως εκείνο το βράδυ, η Π. όμως είναι πολύ ευγενικό κορίτσι. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες. Όμως λίγο αργότερα, αφού είχαν πιαστεί στην κουβέντα πλάι μου κι εγώ τον κοίταζα σχεδόν μαγεμένος (και εντελώς απροκάλυπτα, όπως μου είπε μετά η Μ.), με ρώτησε η Π. αν ο Τέλης μπορούσε να βάλει το μπουφανάκι του στην καρέκλα μου, και μου τον σύστησε κιόλας. Προσπάθησα να τον πιάσω στην κουβέντα, και ανταποκρίθηκε αμέσως.

Η μουσική ήταν βέβαια στη διαπασών, και σκύβαμε ο ένας στο αυτί του άλλου για να ακουστούμε. Ήρθε στη μύτη μου η κολόνια του, που εκείνη την ώρα μου φάνηκε σαγηνευτική. Έπιανε πού και πού με το χέρι του το μπράτσο μου. Κάποια στιγμή σκύβοντας, άγγιξα με τη μύτη μου το αυτί του. Όλο το πρόσωπο του βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από το κρουστό δέρμα του λαιμού του. Δεν ήθελα και πολύ, και εκείνες τις στιγμές, κάτι η υποψία ότι ανταποκρινόταν, κάτι το άρωμα, κάτι η στιγμιαία στα μέλη επαφή, με έκαναν και μέθυσα.

Μετά από λίγα λεπτά βέβαια απομακρύνθηκε προς την παρέα του, κι εγώ είδα νηφάλια την πραγματικότητα. Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι από το άγχος μου το είχα ρίξει στις ασυναρτησίες. Μέχρι κι ένα στίχο του Καβάφη του ανέφερα, που ταίριαζε μ’ αυτό που λέγαμε! Και φυσικά συνειδητοποίησα ακόμα ότι, όπως φοβόμουν, πρέπει να του είχε γίνει εντελώς εμφανής η επιδίωξή μου. Αυτό που δεν μπορούσα να διακρίνω, ήταν αν ενδιαφερόταν, ή αν ήταν απλώς πολύ ανοιχτό άτομο και γι’ αυτό μου μιλούσε με τόσο γρήγορη οικειότητα. Κάπως έτσι συνεχίστηκε η συναυλία. Ανταλλάσσαμε πού και πού λίγες κουβέντες ακόμα. Δεν φαινόταν να αποζητά την παρουσία μου, ούτε όμως και να την αποφεύγει. Οι δυο φίλοι με τους οποίους είχα έρθει έφυγαν νωρίς, κι έμεινα περίπου μόνος, προσκολλώμενος στην Π. Και κάποτε η συναυλία τελείωσε.

Κοντοστάθηκα και έπιασα την κουβέντα με τα παιδία για την μπάντα. Ο κόσμος πήρε ν’ αραιώνει, κι εγώ έκανα να καληνυχτήσω. Η Π. όμως με κάλεσε για συνέχεια σε κάποιο ροκ μπαρ. Πήγαμε λοιπόν οι τέσσερίς μας, η Π. με το αγόρι της, ο Τέλης κι εγώ. Προσπάθησα να φανώ άνετος, κέρασα σφηνάκια, και τα έλεγα με τον Τέλη όσο μπορούσα. Η κατάσταση ακριβώς η ίδια: κανένα σημάδι θετικό απ’την πλευρά του, μα ούτε και απορριπτικό – ή αν υπήρχε, είτε δεν ήθελα να το δω, είτε δεν ήξερα να το αποκρυπτογραφήσω. Κι εγώ, μες στην απελπισία μου, να συνεχίζω να στέλνω ευδιάκριτα σήματα, και μαζί να φοβάμαι ότι γινόμουν πολύ “επιθετικός”. Δεν κάτσαμε πάρα πολύ, κι ο Τέλης έπρεπε να φύγει γιατί την άλλη μέρα δούλευε. Τον κάλεσα στο εστιατόριο που θα πηγαίναμε για να τσιμπήσουμε κάτι, μα αρνήθηκε. Έσκυψα πλάι του για να πάρω το πανωφόρι μου, και του είπα δήθεν άνετα: “Ωραίο άρωμα”. “Σ’ αρέσει, ε;” – ήταν η μόνη κουβέντα του που, με τον τρόπο που την είπε, έδειχνε ότι είχε πιάσει τα μηνύματα που έστελνα. Όμως δεν ήξερα να πω αν την έλεγε με ενθάρρυνση ή με ειρωνία. Μου έδωσε το χέρι και μου είπε: “Δεν χανόμαστε”. Είχα φροντίσει να τον ρωτήσω και μου είχε πει ότι συχνάζει στο συγκεκριμένο μπαράκι. Έφυγε, κι εμείς πήγαμε για μεταμεσονύχτια σουπίτσα, της παρηγοριάς…

Επιστρέφοντας στο άδειο σπίτι, δεν ήξερα τι να νιώσω. Αμηχανία και απορία, μπροστά στον κόσμο του φλέρτ που μου είχε ξεδιπλωθεί εκείνο το βράδυ, αποδεικνύοντάς μου πως δεν τον ξέρω καθόλου; Ενοχές, που στα είκοσι τέσσερά μου χρόνια έχω περιοριστεί, και λόγω συνθηκών (μικρό μέρος, διστακτικός κόσμος, ανυπαρξία “εξειδικευμένων” μαγαζιών), στην ηλεκτρονική επικοινωνία; Ντροπή, που ό,τι είχα προσπάθησει ήταν κάπως άγαρμπο κι αδέξιο; Ντροπή μπροστά στην Π., που της επέβαλα το ρόλο της προξενήτρας χωρίς να το θέλει; Ελπίδα ότι την επόμενη φορά μπορεί να προχωρήσει το πράμα; Όλα αυτά μαζί, μα κυρίως ό,τι είχα προβλέψει: απογοήτευση και κενό για άλλη μια επιθυμία που, προς το παρόν τουλάχιστον, ματαιώθηκε.

Αυτά έγιναν πριν πέντε μέρες. Την ερχόμενη βδομάδα, μου είπε η Π., θα παίζει ως dj στο μπαράκι όπου πήγαμε. Κανόνισα μαζί της να πάω κι εγώ. Να το κάνω; Ή καλύτερα να περιορίζουμε τις ελπίδες μας, όταν δείχνουν μάταιες;…

Eικόνα: Raphael, Πορτρέτο του Bindo Altoviti, 1514. Ουάσιγκτον, National Gallery of Art

Ο Χριστιανόπουλος κι η μητέρα του – Αχ να ‘μουν κριτικός λογοτεχνίας… (VIII)

 

hanna1.jpg

 

 Τύψεις 

Όσο παιρνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια,
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες -
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου,
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλομή.

Ντ. Χριστιανόπουλος, 1953, Ξένα γόνατα. Από Τα ποιήματα, Διαγώνιος 1998


Λέγαμε για τον αντίκτυπο του “σκοτεινού μυστικού” στην επαφή ενός ομοφυλόφιλου με το περιβάλλον του. Και άφησα απ’ έξω το θέμα των γονιών, και γενικά τον τρόπο που η ταυτότητά μας επηρεάζει αυτή τη σχέση μας: είναι ιστορία μεγάλη και πονεμένη. Ώρα λοιπόν να την πιάσουμε. Ο Χριστιανόπουλος για άλλη μια φορά μας δίνει ένα μίτο.

Το ποίημα είναι από τα σχετικά πρώιμά του. Θέμα του, “οι ανεπαίσθητες ραγισματιές” που νιώθει να συσσωρεύονται στην ψυχή του όσο περνά ο καιρός και συνεχίζει τη ζωή του. Τι ζωή είναι αυτή δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια. Όμως ο τρόπος που την περιγράφει είναι χαρακτηριστικός. Η νύχτα, οι δρόμοι, τα σκοτάδια και οι ξαφνικές, αποκαλυπτικές φωταψίες, όλ’ αυτά δένουν στο μυαλό μας με όσα ξέρουμε για τον ποιητή: Αυτό που προκαλεί τις εσωτερικές πληγές είναι ο ομοφυλοφιλικός βίος της αναζήτησης του έρωτα, αφιλοκερδούς ή πληρωμένου. Οι περιπολίες στα πάρκα και τις πονηρές γειτονιές της Σαλονίκης, στο Βαρδάρι, την οδό Πολυτεχνείου, ή την οδό Ειρήνης. Στο ποίημα αποτυπώνεται ανάγλυφα η εσωτερική του σύγκρουση με τον τρόπο ζωής που του επιτάσσει το ένστικτό του, η συμφωνία του με την ηθικού χαρακτήρα απαξίωση που επιφύλασσε για όλα αυτά η κοινωνία της εποχής.

Και όλα αυτά για τον ποιητή οργανώνονται και αντιπροσωπεύονται στην εικόνα της μητέρας του. Αυτό λέει πως τον πληγώνει περισσότερο: Να πέφτει πάνω στη μορφή της, όταν επιστρέφει από τις νύχτες “ακολασίας” στο σπίτι. Ο τίτλος του ποιήματος συνοψίζει τι νιώθει για τη μάνα του: τύψεις.

Γιατί ένας άνθρωπος σαν αυτόν που μιλά στο ποίημα να νιώθει ενοχές για τη μάνα του; Μένει άδηλο αν η μητέρα γνωρίζει για την ιδιαιτερότητα και τη ζωή του, ή αν υποψιάζεται. Όμως είναι προφανές πως ο αφηγητής αισθάνεται ότι, με όσα κάνει, την πληγώνει βαθιά. Η ομοφυλοφιλία κι ο τρόπος που την εκφράζει υψώνονται ως εμπόδια ανάμεσα σε μάνα και γιο. Διορθώνω: πιο σωστά, η ομοφυλοφιλία του γιου προκαλεί σημαντική δυσλειτουργία στο πώς νιώθει, πώς βιώνει τη σχέση με τη μάνα του.

Ήταν νομίζω απαραίτητη αυτή η διόρθωση. Ακούγεται μόνο ο αφηγητής, δεν ξέρουμε τι ακριβώς αισθάνεται η μάνα. Όπως λέει και το ποίημα, στην κυριολεξία, η μητέρα είναι βουβή!

Ας δεχτούμε όμως το πιο πιθανό, ότι όντως η μάνα λυπάται ή και υποφέρει για τον γιο της. Ο ποιητής ξεχνά κάτι: Η μητέρα του είναι ένας άλλος άνθρωπος. Δεν μπορεί αυτός να καθορίσουμε πώς θα σκέφτεται και ποιο θα είναι το ηθικό της σύστημα. Όλοι μας, αν ο τρόπος που εμείς κρίνουμε ότι είναι σωστό να ζούμε, και που μας εκφράζει, ενοχλεί τη μάνα μας, τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; Δυο πράγματα. Το ένα είναι να της αλλάξουμε γνώμη. Μπορούμε, πρέπει, να το προσπαθήσουμε. Όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα το πετύχουμε, και εξάλλου ο κάθε άνθρωπος επιλέγει πώς θα σκέφτεται, και φέρει την τελική ευθύνη γι’ αυτό. Δεν μπορούμε να πιέσουμε κανέναν, ούτε να του επιβάλλουμε την ιδεολογία μας, όπως δεν θα το δεχόμασταν εμείς. Το δεύτερο είναι να αλλάξουμε ζωή εμείς. Που φυσικά απορρίπτεται: Η ζωή είναι δική μας, φέρουμε την ευθύνη των πράξεών μας, και γι’ αυτές είμαστε υπόλογοι μόνο στον εαυτό μας. Αν η μάνα μας ή όποιος άλλλος δεν νιώθει καλά μ’ αυτές, αυτό οφείλεται στο δικό τρου τρόπο σκέψης, η ευθύνη είναι δική της, το πρόβλημα είναι δικό της. Χωρίς αμφιβολία: Είναι απίστευτα βαρύ να βλέπουμε ότι πληγώνουμε κάποιον που αγαπάμε. Όμως αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι τη μάνα του ποιητή δεν την πληγώνει ο ίδιος, αλλά η δική της νοοτροπία.

Όμως εδώ υπάρχει κάτι ακόμα. Οι τύψεις απέναντι στη μητέρα του κατοικούν στην ψυχή του αφηγητή πλάι πλάι μ’ όλη αυτή τη δυσφορία, που του προκαλεί ο τρόπος που περνά τις νύχτες του. Πιο σωστά, οι τύψεις του δεν είναι απλώς που στεναχωρεί τη μάνα του: είναι και που κάνει τη ζωή αυτή, ανεξάρτητα από τη μάνα του. Προβάλλει στη μητρική μορφή τα δικά του συμπλέγματα. Έγραφα παραπάνω: “Αν ο τρόπος που εμείς κρίνουμε ότι είναι σωστό να ζούμε, και που μας εκφράζει, την ενοχλεί, τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;” Μου φαίνεται προφανές ότι ο ποιητής δεν κρίνει καθόλου σωστό το πώς ζει. Βρίσκεται σε σύγκρουση με τα ένστικτα και τις επιλογές του, όπως έλεγα πιο πάνω. Λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες: Πάλι η αίσθηση της “προστυχιάς” – όπως την είχαμε συζητήσει κι άλλοτε, μιλώντας για ασωτίες και κουσούρια – εκεί που στην πραγματικότητα θα έπρεπε να υπάρχει απλώς η αίσθηση της καύλας. Όμως το είπα και ξεκινώντας: Η συντηρητική ηθική της εποχής έχει διαποτίσει τον τρόπο σκέψης του. Θέλοντας και μη προσυπογράφει την απορριπτική ετυμηγορία της κοινωνίας για ανθρώπους σαν κι αυτόν.

Πρόκειται για ένα ποιηματάκι οικονομημένο στην εκφραστική του, που μεταδίδει με ειλικρίνεια τις ψυχικές δονήσεις του ποιητή. Δονήσεις που μας έχουν ταρακουνήσει πολλές φορές όλους μας, χωρίς αμφιβολία. Πρέπει όμως να αγαπάμε λιγάκι και τον εαυτό μας, και να μην του φορτώνουμε ευθύνες που δεν του αναλογούν. Αν η μάνα μου δεν γουστάρει τη ζωή μου, με στεναχωρεί βαθιά αυτό. Όμως έχω καταλήξει πως δεν φέρω εγώ την ευθύνη. Και γι’ αυτό δεν μπορώ και δεν θέλω να ταυτιστώ με το ποίημα.

Eικόνα: Rembrandt, H μητέρα του καλλιτέχνη σαν Προφήτισσα Άννα. ‘Αμστερναμ, Reijksmuseum