1. Σπουδή στο Ανθρώπινο Σώμα, 1949
(Mε το ποστ αυτό ξεκινώ μια σειρά μεταφράσεων ξένων κειμένων. Η ιδέα ξεκίνησε απ’ την επιθυμία μου να μοιραστώ ενδιαφέροντα κείμενα σχετικά με τις πολιτισμικές διαστάσεις της ομοφυλοφιλία – με κάθε δυνατή έννοια της φράσης. Ελπίδα μου είναι να σταθούν αφορμή για λίγη συζήτηση πάνω στο παραμελημένο αυτό θέμα.)
Το ακόλουθο κείμενο αφορά τον γνωστό άγγλο ζωγράφο Φράνσις Μπέικον, και προέρχεται από την ιστοσελίδα Queer Arts, μια έξοχη δουλειά για τη φιλομόφυλη τέχνη. Το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον για πέντε λόγους: Πρώτον, γιατί απεικονίζει πολλαπλές νοηματοδοτήσεις της ομοφυλοφιλικής ταυτότητας ενός καλλιτέχνη. Σε μια χώρα που ακόμα και όροι όπως “γκέι τέχνη” είναι εντελώς παρεξηγημένοι και αμφισβητίσιμοι, ελπίζω να προκαλέσει λίγη σκέψη, έστω και στους ελάχιστους που θα το διαβάσουν. Δεύτερον, αποτυπώνει μια χαρακτηριστική έλλειψη ετοιμότητας, σε βαθμό απροθυμίας και παρανάγνωσης, της κριτικής να αξιολογήσει το ομοερωτικό στοιχείο στο έργο ενός καλλιτέχνη.
Στο επίκεντρο του κειμένου βρίσκεται ο όρος “queer”. Στην αγγλική γλώσσα, όπως η λέξη “gay” σήμαινε απλώς “χαρούμενος”, το “queer” είχε αρχικά μόνο την έννοια του παράξενου, του ασυνήθιστου, του αποκλίνοντος, του “εκτός των συνηθισμένων”. Σήμερα περισσότερο αποτελεί έναν ευρύ, και πολιτικώς αρκετά ορθό όρο για τον lgbt/λοατ πληθυσμό, για τους μη ετεροφυλόφιλους. (Βλέπε και το άρθρο της Wikipedia για περισσότερες εξηγήσεις και νοηματικές αποχρώσεις.) Στα ελληνικά μπορούμε με σχετική ακρίβεια να τον μεταφράσουμε με τις λέξεις “ομοφυλόφιλος” ή “γκέι”, αν και όπως είπα έχει κάπως γενικότερη σημασία. (Σε κάποια σημεία στο κείμενο τον κρατώ αμετάφραστο αφού δεν μπορεί να αποδωθεί κάθε απόχρωσή του με ακρίβεια.) Το θέμα είναι πως το κείμενο αφορά, εκτός απ’ την καλλιτεχνική της διάσταση, γενικά την “queer”, τη φιλομόφυλη ταυτότητα – και αυτός είναι ένας τρίτος λόγος που αξίζει την προσοχή σας.
Τέταρτος λόγος: Πέρα από την έλξη του στο ίδιο φύλο, ο Μπέικον προσεγγίζεται γενικά υπό το πρίσμα της προσωπικής του ζωής – εξού κι ο τίτλος δεν αναφέρεται στον Μπέικον μα στον Φράνσις. Αναδύεται λοιπόν το ζήτημα της σχέσης καλλιτεχνικού έργου και ιδιωτικού βίου – η οποία σηκώνει μεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση..
Ο πέμπτος λόγος είναι, πολύ απλά, ότι συμβάλλει στην ερμηνεία ενός έξοχου καλλιτέχνη, και προσωπικού αγαπημένου. Όσοι δεν τον ξέρετε καλά, ευκαιρία να τον γνωρίσετε.
(Τα έντονα γράμματα και οι σημειώσεις είναι του συγγραφέα, εκτός από όσες αναφέρω ως δικές μου. Εύχομαι η μετάφραση να μην κριθεί εντελώς ανεπαρκής – σχετικά σχόλια ευπρόσδεκτα. Κάντε κλικ στις εικόνες για μεγέθυνση. Το αγγλικό κείμενο εδώ.)
2. Δυο Μορφές, 1953
Queer Francis
Η ζωή, ο θάνατος κι ο πόνος στο έργο του Φράνσις Μπέικον
Κείμενο, επιλογή έργων: Emmanuel Cooper.
Και η ζωή και το έργο του Φράνσις Μπέικον είναι, παραδόξως, έντονα συμβατικά και ταυτόχρονα εικονοκλαστικά. Ως καλλιτέχνης χρησιμοποιούσε λαδομπογιές και παραδοσιακούς καμβάδες μουσαμά – αν και προτιμούσε να ζωγραφίζει όχι από την καλή και λεία, μα απ’ την ανάποδη, τραχια κι ακατέργαστη πλευρά τους. Απαιτούσε επίσης οι πίνακές του να εκτίθενται με ευπρεπείς επίχρυσες κορνίζες. Την ίδια στιγμή υπήρχε ένα προκλητικό, συνταρακτικό στοιχείο στα έργα του, με αυτοβιογραφικό ένα σημαντικό μέρος του θεματικού τους περιεχομένου. Συχνά αφορούσαν την ομοφυλοφιλία του, τις στενά προσωπικές, και συχνά επώδυνες σχέσεις του, κι τη δυσαρμονική αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο εν γένει. Ο Μπέικον ίσως να περιέγραφε τον εαυτό του ως “queer” με την παλιομοδίτικη έννοια του “παράξενου”. Ωστόσο μπορεί δικαιολογημένα να του αποδωθεί ο χαρακτηρισμός του γκέι καλλιτέχνη (”queer artist”), βάσει της άποψης του Philip Derbyhire περί “αποσυνάγωγων που απορρίπτουν και ανατρέπουν τα στεγανά και τις συμβάσεις”.
Ο θάνατος του Φράνσις Μπέικον το 1992, στα 82 του χρόνια, αποτελεί μια σημαντική στιγμή, ένα σημείο καμπής στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε όχι μόνο την έννοια του ομοφυλόφιλου-”queer”, μα και του πώς οι καλλιτέχνες ένιωθαν ότι μπορούσαν να λειτουργήσουν, αν ήθελαν να είναι αληθινοί απέναντι στον εαυτό τους, και μαζί να βρουν ένα δρόμο αποδοχής από μια κοινωνία εν πολλοίς εθρική για τη φιλομόφυλη έκφραση. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργός των συντηρητικών, εξέφραζε μια κοινή άποψη όταν αναφέρθηκε στον Φράνσις Μπέικον ως “τον καλλιτέχνη που ζωγραφίζει εκείνους τους αποκρουστικούς πίνακες”. Η Θάτσερ υπήρξε γνωστή για τον υλισμό και την πεζότητά της – τα καλλιτεχνικά της ενδιαφέροντα μάλλον περιορίζονταν στη συλλογή κομψών κεραμικών μπιμπελό – κι αυτό το σχόλιο μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά τόσο τη συχνά βίαιη ζωγραφική τεχνοτροπία του Μπέικον, όσο και το συνηθισμένο του θέμα της διάδρασης μεταξύ δύο ανδρών, που για τον Μπέικον δεν ήταν ούτε τρυφερή ούτε ήρεμη μα τρικυμιώδης και τραυματική.
Όσον αφορά την κριτική του έργου του, ο θάνατος του Μπέικον σήμανε το τέλος της παραδοσιακής τακτικής της ευγένειας και της τυπικότητας, και το ξεκίνημα μιας νέας, πιο φρέσκιας θετικής αποτίμησής του. Ανεξαρτήτως περίστασης, ο Μπέικον συχνά εμφανιζόταν ως όψιμος Εδουαρδιανός κύριος [1]. Υπήρξε ελκυστικός ως νέος, και παρότι του αποδιδόταν έντονη ζωή με πολύ αλκόολ, διατήρησε (και έβαφε) τα μαλλιά του, κι όλο το εντυπωσιακό του παρουσιαστικό. Στις δημόσιες εμφανίσης του ήταν πάντα ο κομψός εργένης, που έδειχνε ευκατάστατος κι είχε κάτι το μεγαλοαστικό, ή το απροσδιόριστα αριστοκρατικό. Λάτρευε το οινόπνευμα, το φαγητό, τον τζόγο και το σεξ. Η καλλιτεχνική του επιτυχία του επέτρεπε να ζει πλουσιοπάροχα, ενώ, παρά τη μαζική δημοσιότητα στο τέλος της ζωής του, η ιδιωτικότητά του ήταν ιδιαίτερα προστατευμένη. Τα μέσα, το κοινό και οι φίλοι του συνωμοτούσαν μαζί του ώστε ένα πέπλο μυστικότητας να κρύβει τις περιπέτειες της ζωής του, καθώς και κάθε ομοφυλοφιλική ανάγνωση του έργου του.
3. Δυο Μορφές στο Γρασίδι, 1954
Η αγωνία της ανάλυσης
Ο θάνατος του Μπέικον αποτέλεσε μια σημαντική στιγμή, ένα σημείο καμπής, το τέλος μιας σύμβασης, μετά το οποίο αναγνωρισμένοι μελετητές και γνώστες του έργου του Μπέικον, όπως ο Michel Leris και ο David Sylvester, ένιωσαν επιτέλους ότι επιτέλους μπορούν να ασχοληθούν με κάποια σημαντικά σημεία της ζωγραφικής και της ζωής του. Μέχρι τότε η ζωή αυτού του αναγνωρισμένου καλλιτέχνη έμενε διακριτικά εκτός συζήτησης, η οποία αφορούσε θέματα όπως η φόρμα, η χρήση του χρώματος, οι ιστορικοί προάγγελοί του, και άλλα τέτοιου είδους. Με το θάνατό του οι φραγμοί ετών έσπασαν, κι όσα είχαν συσσωρεύσει πίσω τους ξεχύθηκαν ως ένας χείμαρρος νεκρολογιών και βιογραφιών, πανέτοιμων να προσφέρουν λεπτομερείς, συχνά αδιάκριτες περιγραφές της ζωής και των ερώτων του – για τα οποία μέχρι τότε είχαν ακουστεί ελάχιστα πέρα από υπαινιγμούς. [2]
Η συζήτηση για τη ζωή – και το θάνατο – του Μπέικον είναι σημαντική όχι μόνο λόγω του ιδιαίτερου, προκλητικού τρόπου που αναφερόταν με τη ζωγραφική στην ομοφυλοφιλία του, και χάριζε στη φιλομόφυλη επιθυμία τη δυνατότητα μιας εμφανούς, αν και συχνά κρυπτογραφημένης, παρουσίας στην τέχνη˙ μα και λόγω των συχνά μυθικών διαστάσεων που δίνονταν στην καλλιτεχνική του αξία. Σε ένα αφιέρωμά του στον Μπέικον μετά το θάνατο του ζωγράφου, ο Grey Gore, αργότερα αναγνωρισμένος πρόεδρους του Συμβουλίου Τεχνών, χαρακτήρισε τον Μπέικον ως “τον σπουδαιότερο ζώντα ζωγράφο και το μεγαλύτερο βρετανό ζωγράφο από την εποχή του Τέρνερ,” μια άποψη που υιοθέτησαν πολλοί κριτικοί, καλλιτέχνες και μελετητές. Ο Nicholas Serota, διευθυντής της Τέιτ Γκάλερι, αν και πιο συγκρατημένος, ήταν κι αυτός αφειδώλευτος στο εγκώμιό του, λέγοντας πως “ο Μπέικον δεν ήταν μόνο ο μεγαλύτερος βρετανός ζωγράφος της γενιάς του, μα και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πλέον εξέχοντες μεταπολεμικούς καλλιτέχνες.” Πιο πρόσφατα, τόσο εκθειαστικές κρίσεις έχουν περιοριστεί. Ο κατάλογος της τέλευταίας έκθεσης των έργων του Μπέικον σε χαρτί (Τέιτ Γκάλερι, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1999) περιγράφει τον Μπέικον ως “έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της ανθρώπινης μορφής στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα” – μια αποτίμηση αισθητά πιο συγκρατημένη μα όχι χωρίς ουσία.
Στον κόσμο της τέχνης τόσο εντυπωσιακοί έπαινοι σπάνια προσφέρονται με ελαφρά συνείδηση, και προκαλούν ακόμα περισσότερη έκπληξη αν λάβουμε υπόψη ότι ο Μπέικον, από πολές απόψεις, ήταν πολύ συμβατικός, ένας παλιομοδίτης ζωγράφος που δούλευε σε μουσαμά. Αν και ο Μπέικον προτιμούσε να δουλεύει στην ανάποδη επιφάνεια του καμβά γιατί του άρεσε η αδρή, ακατέργαστη υφή της (και υποπτεύομαι γιατί επίσης έδινε μια αίσθηση πρωτοτυπίας), χρησιμοποιούσε παραδοσιακά υλικά και τεχνικές, δουλεύοντας με λαδομπογιές. Η επιμονή του για ακριβές επίχρυσες κορνίζες έδινε κύρος στα έργα του, και προκαλεί συνειρμούς περί υψηλής αξίας μα και συμβατικότητας – που αποτελούσαν σημαντικές όψεις της μείξης του προκλητικού με το αξιοσέβαστο. Στον Μπέικον άρεσε επίσης να εκθέτει τους πίνακές του μέσα σε τζάμι, κάτι που, είτε ήταν στις προθέσεις του έιτε όχι, είχε συχνά ως αποτέλεσμα το καθρέφτισμα του ίδιου του θεατή στο έργο κι επομένως την εμπλοκή του σ’ ό,τι απεικονιζόταν.
Παρομοίως, σχεδόν εξίσου δηλωτικός με τον τρόπο που παρουσιάζονταν τα έργα του Μπέικον ήταν ο παραδοσιακός, ακαδημαϊκός τρόπος που τα ζωγράφιζε. Γενικά περιοριζόταν σε μια συγκεκριμένη παλέτα χρωμάτων, με το μαύρο και το κόκκινο να επικρατούν (ίσως κατάλοιπο από τον καιρό που εργαζόταν ως διακοσμητής, τη δεκαετία του ‘30)˙ τη δε μπογιά τη χρησιμοποιούσε για να ορίσει τα σχήματα τόσο μέσω της γραμμής όσο μέσω του χρώματος. Η απεικόνιση μορφών στους πίνακές του, όσο ευρεία ερμηνεία κι αν επιδέχονταν, σήμαινε ότι ο Μπέικον αντιστεκόταν στην αφαίρεση, αντλώντας ιδέες από καλλιτέχνες τόσο ετερόκλητους όσο ο Βελάσκεθ, ο Βαν Γκογκ και ο Πικάσο - συχνά για τη θαρραλέα τους επιλογή μη ωραιοποιημένων θεμάτων.
4. Μορφές σε Τοπίο, 1956-57
Όσο ο καλλιτέχνης μεγάλωνε τόσο αυξανόταν ο σεβασμός για τη δουλειά του. Οι τιμές των έργων του ανέβαιναν κατακόρυφα, κάνοντας τους κριτικούς να αφιερώνουν πολλές στήλες εφημερίδων στη δουλειά του και τις συχνά αινιγματικές δηλώσεις του, αφήνοντας στους δημοσιογράφους να εστιάσουν πιο πολύ στην ασύδοτη μα συναρπαστική ζωή του, γεμάτη οινοποσία και τζόγο, παρά στις σχέσεις του με άντρες. Το ενδιαφέρον του τύπου ενισχύθηκε καθώς πλησίαζε τα ογδοηκοστά του γενέθλια. Ο Μπέικον εύκολα δεχόταν να φωτογραφηθεί, και τότε πάντα φορούσε ένα κομψό δερμάτινο τζάκετ και πόζαρε, σαν το μυθικό φοίνικα, ανάμεσα στους σωρούς από άχρηστα υλικά του εργαστηρίου του, ή στο αγαπημένο του στέκι για ποτό στο Soho, το Colony Club. To κακής πια φήμης “South Bank Show”, του Μelvyn Bragg, που μετέδιδε η βρετανική τηλεόραση το 1985, ξεκαθάρισε τελικά τις σεξουαλικές προτιμήσεις του Μπέικον, αρκεί οι τηλεθεατές να πρόσεξαν το σημείο που ο καλλιτέχνης έλεγε ότι, όσον αφορά τα μοντέλα, η προτίμησή του κατευθυνόταν στο δικό του φύλο.
Αν και προς το τέλος της ζωής του ο Μπέικον υποστήριζε γενικά ότι η σεξουαλικότητά του ήταν γνωστή στο κοινό, κι ότι δεν ήταν κανένα μυστικό, ο τύπος το έβρισκε δύσκολο να ασχοληθεί με την ιδιωτική/δημόσια ζωή του˙κάποιοι δημοσιογράφοι κατόρθωναν να συμπεριλάβουν ακόμα και αντικρουόμενες αναφορές στο ίδιο άρθρο. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες αφορούσαν την ακριβή φύση της “ιδιωτικής ζωής” του Μπέικον, και το βαθμό στον οποίο είχε ή δεν είχε αποσαφηνίσει δημόσια την ομοφυλοφιλία του, καθώς και το “περιεχόμενο” της τέχνης του. Η Caroline Lees, γράφοντας για τις φιλανθρωπίες που είχε συμπεριλάβει στη διαθήκη του, ισχυρίστηκε ότι ο Μπέικον “δεν κρατούσε την ομοφυλοφιλία του για μυστικό,” ανώ προσέθετε στο ίδιο άρθρο ότι “ήταν παροιμιώδης η απροθυμία του καλλιτέχνη να επιτρέπει στα προσωπικά του ζητήματα να γίνονται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης . Προφανώς η δημοσιογράφος δεν θεωρούσε τις δύο θέσεις αντιφατικές μεταξύ τους. Σε ένα άρθρο για το θάνατό του στην “Daily telegram” ο Μπέικον αναφέρθηκε υποτιμητικά ως “ο ομοφυλόφιλος καλλιτέχνης,” ένας σεξουαλικών όρων χαρακτηρισμός που ούτε στο όνειρό τους δεν θα είχαν σκεφτει πριν το θάνατό του.
Η ομοφυλοφιλία βρισκόταν στην καρδιά του αινίγματος “Μπέικον”. Αν και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις τις ήξερε καλά ο καλλιτεχνικός κόσμος και ένας μικρός κύκλος φίλων και γνωστών, συντρόφων του στο ποτό και τον τζόγο, έμεινε εκτός της δημόσιας σφαίρας ώσπου ο Μπέικον ήταν ήδη πάνω από εβδομήντα? κι ακόμα και τότε το θέμα αναφερόταν με τόσο έμμεσους τρόπους που εύκολα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Φαίνεται πως αυτή η απόφαση είχε δυο πλευρές. Η μία ήταν η απροθυμία του ίδιου του Μπέικον να μιλήσει για το έργο του. Μια αγαπημένη του υπεκφυγή ήταν: “Αν θα μιλήσεις γι’ αυτό, γιατί να το ζωγραφίσεις”˙ αν αυτό δεν έδειχνε αρκετό, συχνά εξέφραζε μια μοιρολατρική άποψη, λέγοντας: “Ζούμε, πεθαίνουμε, κι αυτό είναι όλο.” Η άλλη πλευρά ήταν η στάση κι ο τρόπος που κατανοούσε ο ίδιος ο Μπέικον την ομοφυλοφιλία του.
Δύο από τις προσωπικές ιστορίες που έλεγε πιο συχνά αφορούσαν τα παιδικά του χρόνια και τις ομοερωτικές περιπέτειες που είχε στα νιάτα του στην Ιρλανδία. Εντέλει ο αγροίκος πατέρας του τον εκδίωξε από το σπίτι (αλλά και τον ξυλοκόπησε), αφού τον έπιασε να φορά τα ρούχα της μητέρας του, αλλα κι αφού αποκαλύφθηκε ότι έκανε σεξ με τους εργάτες που φρόντιζαν το στάβλο του πατέρα του. Με την εξαίρεση αυτών των μελοδραματικών περιστατικών, ο Μπέικον μιλούσε ελάχιστα δημόσια για τη σεξουαλικότητά του, κι οι νεκρολογίες του περιείχαν λιγοστά αυτούσια λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη πάνω στο θέμα.
Στη νεκρολογία του στο Guardian, ο Lord Gowrie έγραψε:
(Ο Μπέικον) μου είπε ότι είχε καταλήξει πως η ομοφυλοφιλία ήταν μια συμφορά, πως κάποια στιγμή στη ζωή του τον είχε μετατρέψει σε απατεώνα/λωποδύτη. Το ότι είχε καταλήξει απατεώνας, όχι το σεξ, ήταν λόγος για ντροπή, και αν μιλούσε κάποια στιγμή, ήταν στη φύση του να πει τα πάντα. Κι οι δυο μας αγαπούσαμε τον Προυστ και συμφωνούσαμε ότι το ξεκίνημα του “Σόδομα και Γόμορρα” [3] έλεγε ό,τι χρειαζόταν να ειπωθεί για την ομοφυλοφιλία.
Σε μια συνέντευξή του το 1991 στον τεχνοκριτικό Richard Cork, λίγο πριν το θάνατό του, ο Μπέικον ήταν πιο ευθύς και απερίφραστος σχετικά με τη σεξουαλικότητά του, όταν είπε, σχολιάζοντας τη δημόσια υποδοχή του έργου του στη χώρα του:
Α, δεν τους αρέσει καθόλου η δουλειά μου εδώ. Ίσως έχει να κάνει με τη σκληρότητα που βρίσκουν σ’ αυτήν, ίσως έχει να κάνει με την ομοφυλοφιλία που υποθέτω υπάρχει στο έργο μου. Δεν το φωνάζω δεξιά κι αριστερά ότι είμαι γκέι αλλά το AIDS έχει κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα. Όλοι είναι πολύ πολύ παράξενοι μ’ αυτό το θέμα.
5-7. Τρέις Μορφές σε Δωμάτιο, 1964
Εξίσου σημαντική με τον ασαφή τρόπο που ο ίδιος ο Μπέικον μιλούσε για τη δουλειά του, ήταν και η δυσκολία του συστήματος τέχνης να αναγνωρίσει το θεματικό περιεχόμενο του έργου του Μπέικον. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στην απροθυμία των κριτικών να δουν τι υπαινισσόταν η δουλειά του, κι εν μέρει, όπως και με το έργο του Ντέιβιντ Χόκνεϊ [4], στο ότι δεν διέθεταν μια καθιερωμένη γλώσσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν. Η μοντερνιστική ορθοδοξία είχε προτάξει τη θέση ότι για να έχει η τέχνη νόημα έπρεπε να είναι αφηρημένη, κι ότι έπρεπε να αποφεύγει την απεικόνιση συγκεκριμένων γεγονότων ή ανθρώπων, μα να εντοπίζει κάποια ουσία που θα γίνεται κατανοητή σε πνευματικό επίπεδο, μα με ακρίβεια. Το έργο του Μπέικον δημιουργούσε ένα ξεκάθαρο δίλημμα. Ήταν αυταπόδεικτο ότι αφορούσε συγκεκριμένα γεγονότα που απεικονίζονταν με βία και πάθος, και ενώ ήταν αναγνωρίσιμα τα συναισθήματα που απέπνεε το έργο, το ακριβές θεματικό περιεχομενο ήταν πιο προβληματικό.
Ο Peter Lennon κατάφερε μόνο να υπαινιχθεί το θεματικό υλικό του Μπέικον λέγοντας ότι “αυτό που οι ζωγράφοι κι οι ποιητές κάνουν για σένα είναι να ανοίγουν της βαλβίδες της αίσθησης και να σε φέρνουν πιο κοντά σε ένα είδος πραγματικότητας.” Ήταν μια πραγκατικότητα που ο Lennon επέλεξε να μην ονομάσει. Κι ούτε την προσδιόρισε ο Michel Leris, ο αναγνωρισμένος ιστορικός του έργου του Μπέικον, που σχολίασε ότι οι “συνταρακτικοί” πίνακες του Μπέικον εκφράζουν “την πραγματική και παράδοξη ανθρώπινη κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα˙ τον άνθρωπο αποστερημένο από οποιονδήποτε πραγματικό, αιώνιο παράδεισο.” [5]
Για τον ζωγράφο R. J. Kitaj τέτοιες γενικεύσεις ήταν ανεπαρκείς. Μεταφέροντας τα λόγια του Πικάσο, έγραψε ότι “Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς το έργο ενός καλλιτέχνη. Είναι απαραίτητο και να ξερει πότε το δημιούργησε, γιατί, πώς, υπό ποιες συνθήκες.” Και προσέθεσε ότι “Ο Μπέικον μπορεί να μη συμφωνολύσε, μα συμφωνώ εγώ.” Κατά ειρωνικό ίσως τρόπο, ο Πικάσο ήταν ένας από τους λίγους καλλιτέχνες για τον οποίο ο Μπέικον εξέφραζε ανοικτά ακτίμηση, ενώ σαν τον Πικάσο πάντα ζωγράφιζε πρόσωπα από μνήμης (ή από φωτογραφίες), και όχι εκ του φυσικού.
“Γιατί, πώς και υπό ποιες συνθήκες”, αυτές είναι πτυχές του έργου του Μπέικον που συζητήθηκαν εξονυχιστικά σε έναν κατακλυσμό βιογραφιών και μελετών μετά το θάνατό του, αν και καμιά δεν υπήρξε απόλυτα εύστοχη ως προς τη στενή σχέση του καλλιτέχνη με το θέμα του. Για την αναδρομική του έκθεση στην Τέιτ Γκάλερι του Λονδίνου, το 1989, συμμετέσχε στο σχολιασμό κάθε πίνακα, προσφέροντας συμπληρωματικές πληροφορίες και οποιοδήποτε σχετική αυτοβιογραφική λεπτομέρεια. Τελικά ο καλλιτέχνης απέσυρε το υλικό αυτό την τελευταία στιγμή, και δυστυχώς δεν έχν σημοσιευθεί ποτέ.
8. Πορτρέτο του George Dyer, 1967-8
Καθώς δεν διέθεταν, ή επέλεξαν να αγνοήσουν τα στοιχεία της “πραγματικότητας” που θα φώτιζαν συγκεκριμένα κομμάτια της τέχνης του Μπέικον, οι κριτικοί έδειξα υπέρμετρη προθυμία να καταφύγουν σε γενικότητες που ενισχύουν το μυστηριώδες και το μυστικιστικό του έργου του, αντί να προσφέρουν κάποια ουσιαστική ανάλυση. Για παράδειγμα, ο Brian Morton, έγραψε στο “The Times Educational Supplement” πως η ζωγραφική του “εκπέμπει κάτι το συγκλονιστικά απτό, τόσο στο χρώμα όσο και σ’ ό,τι απεικονίζει,” και ότι “μεγάλο μέρος της δουλειάς του έχει να κάνει με την προβληματική σχέση ανάμεσα στο φυσικό σώμα και την πνευματική υπόσταση, ” ενώ οι πλαστικές ιδιότητες του χρώματος “είναι πέρα για πέρα ανθρώπινες και μας αγγίζουν απόλυτα.” Ένας βολικός τρόπος να υπονοηθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο έργο του Μπέικον, το οποίο, κάτω από μια κρούστα τεχνοϊστορικών γενικοτήτων, υπονομεύει μια πιο προσεκτική εξέταση περί αυτού του συγκλονιστικά απτού, με το οποίο πάλεψε καλλιτέχνης.
Ο αείμνηστος Peter Fuller, ένας πάντα αμφιλεγόμενος κριτικός, έτρεφε λίγη εκτίμηση για το θεματικό περιεχόμενο των πινάκων του Μπέικον, το οποίο υποτιμητικά παρώδησε ως “μοναχικές φιγούρες που ακόμα ξερνάνε σε νιπτήρες αποχωρητηρίων κάτω από γυμνούς λαμπτήρες, (που) ενίοτε… γέρνουν σε καναπέδες για κάποια βάρβαρη πράξη ανάμεσά τους, ή σωριάζονται βγάζοντας τα σωθικά τους.” Την ίδια εκτίμηση είχε ο Fuller και για τον τρόπο που ο Μπέικον χρησιμοποιούσε την μπογιά: έλεγε πως “άπλωνε τα χρώματα σαν να έτρεφε μίσος για το υλικό, πασαλείβοντάς τα πάνω στον τραχύ, ακατέργαστο καμβά, που τα άφηνε στεγνά από ομορφιά και κάθε ομοιότητα με τη ζωή.” Και για να σιγουρευτεί ότι η ομοφοβική του βολή θα βρει το στόχο της, προσέθεσε: “Οι τεχνικές ανεπάρκειες του Μπέικον μού φαίνονται αδιαχώριστες από την πνευματική του παρακμή.”
Την απορριπτική στάση του Fuller για την τέχνη του Μπέικον και, όπως υποπτεύομαι, για όλα όσα ο Μπέικον συμβόλιζε, δεν τη μοιράζονταν άλλοι κριτικοί. Περισσότερο προβληματική είναι η κατανόηση του τρόπου που ο Μπέικον, και οι κριτικοί, αντιμετώπιζαν τη σεξουαλικότητά του. Τουλάχιστον ο τεχνοκριτικός Tim Hilton αναγνώρισε τη σεξουαλική διάσταση της τέχνης του Μπέικον, διατυπώνοντας την εξεζητημένη θέση ότι πως “η ζωγραφική του Μπέικον αφορά τον κίνδυνο, την καταστροφή, το φόνο και μια παραμερισμένη μα εντελώς προσωπική σεξουαλικότητα.” Τι εννοούσε “προσωπική σεξουαλικότητα” απέφυγε προσεκτικά να το προσδιορίσει . Ο Richard Cork ήταν λιγότερο ασαφής όταν έγραφε μεγαλόστομα πως: “Με χαρακτηριστική ειλικρίνεια, ο Μπέικον δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει την ομοφυλοφιλία του. Κάποιοι από τους καλύτερους και πιο ερωτικούς του πίνακες δείχνουν ανδρικές μορφές να αγκαλιάζονται και να κάνουν έρωτα” – μια διατύπωση μάλλον μετριοπαθής για τις έντονες και συχνά βίαιες πράξεις που απεικονίζονται.
9-11. Τρεις Σπουδές Μορφών σε Κρεβάτια, 1972
“Queer”
Ο Φράνσις Μπέικον ήταν ένας “queer”-ομοφυλόφιλος καλλιτέχνης με την παλιομοδίτικη χροιά της λέξης, που την καθιστούσε προσβλητικό όρο, καθώς δήλωνε όλη την οριοθέτηση και την απόρριψη που η κοινωνία επιφύλασσε για την αποκλίνουσα σεξουαλικότητα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου δεν ήταν γκέι – αντιπαθούσε τη λέξη – και προτιμούσε το χαρακτηρισμο “queer”. Δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι τον άγγιζε ως ιδέα και στόχος η απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων, αντίθετα φαίνεται πως το κίνημα επέφερε μια ανεπιθύμητη εισβολή σ’ ό,τι θεωρούσε ιδιωτική του ζωή. Τον καιρό των γεγονότων του Stonewall, το 1969, βρισκόταν ήδη στα εξήντα του, και o τρόπος ζωής του χαρακτηριζόταν απόύφος και στάση που παρέπεμπαν σε προ του απελευθερωτικού κινήματος εποχές. Θα απαιτούσε πολύ μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους του να τον αλλάξει. Η δημόσια αποκάλυψη της σεξουαλικότητάς του μάλλον δεν έμοιαζε καλή ιδέα σε μια περίοδο που η διεθνής του φήμη είχε εδραιωθεί. Εντούτοις, μέχρι την εποχή που πλησίαζε τα εβδομήντα ο Μπέικον είχε ζωγραφίσει κάποιους από τους πιο έντονα ομοερωτικούς του πίνακες. Στη Σπουδή στο ανθρώπινο σώμα [εικόνα 1], η σχετικά απροκάλυπτη απεικόνιση ενός γυμνού άνδρα πίσω από ένα διάφανο παραπέτασμα είναι αισθησιακή και ερεθιστική, προσφέροντας οπτική πρόσβαση σε μια ήρεμη προσωπική στιγμή.
Η έντονη ιδιωτικότητα αυτής της Σπουδής μπορεί να αντιπαρατεθεί με έναν αριθμό πινάκων που απεικονίζουν δυο άντρες στο κρεβάτι, όπως οι Δυο μορφές, 1953 [εικόνα 2], που βασίζεται σε μια φωτογραφική σπουδή παλαιστών από τον Eadweard Muybridge. Περιβαλλόμενες από μια κατασκευή σαν κλουβί που προστατεύει όσο και παγιδεύει, οι δυο μορφές, που μοιάζουν μάλλον αρσενικές παρά θηλυκές, παλεύουν και περιπτύσσονται, με το περίγραμμά τους να τονίζεται έντονα από το λευκό των σεντονιών και το σκοτεινό του φόντου. Η ακριβής φύση της σωματικής επαφής τους μπορεί να είναι αινιγματική, πιθανώς στιγμιότυπο από μια πάλη, ή ίσως μια έκφραση σεξουαλικής επιθυμίας, μα παραμένουν αδιαμφισβήτητα το στοιχείο της οικειότητας και το ευάλωτο στοιχείο. Αυτός, καθώς και μεταγενέστεροι πίνακες όπως οι Τρεις Σπουδές Μορφών σε Κρεβάτια, 1972 [εικόνες 9, 10, 11], είναι πίνακες με έντονο το queer-ομοερωτικό στοιχείο.
Παρόμοια ασάφεια χαρακτηρίζει και τις Δυο Μορφές στο Γρασίδι [εικόνα 3], πίνακας που ζωγραφίστηκε ένα χρόνο αργότερα. Εδώ τα δυο γυμνά σώματα, ξανά περισσότερο αρσενικά παρά γυναικεία, έχουν εμπλακεί σε κάποια προσωπική, στενή διάδραση, κάποια άγρια εγκατάλειψη στην οποία οι τύποι και η πόζα έχουν πολύ μικρή σημασία μπροστά στην ενέργεια και το συναίσθημα. Ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνουν, το κάνουν με μεγάλο πάθος και δόσιμο. Το γρασίδι υπαινίσσεται κάποια υπαίθρια δραστηριότητα, μα τα κάγκελα και το περιθώριο μπορούν εξίσου να σημαίνουν κάποιο είδος κλουβιού – που παραπέμπει σε ζωώδη συμπεριφορά. Η φύση είναι σημαντικό συστατικό στοιχείο και για τη σύνθεση με τίτλο Μορφές σε Τοπίο, 1956/57 [εικόνα 4]. Εδώ είναι δύσκολο να διακρίνουμε τι ακριβώς διαμείβεται μεταξύ τις δυο φιγούρες, μα η αίσθηση της διάδρσης τονίζεται έντονα.
12-14. Τρίπτυχο Μάιος-Ιούνιος 1973
Στον ίδιο και μεγαλύτερο βαθμό από όλους σχεδόν τους καλλιτέχνες, ο Μπέικον διοχέτευσε τα συναισθήματά του στην τέχνη του, και μάλιστα συχνά στηριζόταν σε συγκεκριμένα περιστατικά της ζωής του. Οι ερωτικές του σχέσεις ήταν συχνά τρικυμιώδεις, και πολλές φορές έληγαν βίαια. Ένας από τους προηγούμενους εραστές του, ο Peter Lacey, πρώην πιλότος της RAF που έπαιζε πιάνο στο Dean’s Bar, στην Ταγγέρη, πέθανε την ημέρα που εγκαινιαζόταν η έκθεση του Μπέικον στην Tate Gallery, το 1962. Απερίσπαστος, ο Μπέικον παρευρέθηκε στα εγκαίνια και φερόταν σαν να μη θεωρούσε, ή τουλάχιστον έτσι παρίστανε, ότι κάτι αρνητικό είχε συμβεί. Παρόμοιο γεγονός συνέβη κάπου δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο αντικαταστάτης του Lacey, George Dyer, πέθανε κι αυτός, με το βίαιο θάνατο του αυτόχειρα, τη μέρα που άνοιγε η μεγαλύτερη κι ακόμα πιο σημαντική αναδρομική του Μπέικον στο Grand Palais του Παρισιού του 1971.
Ενώ ο Μπέικον, ως αστός, υπερμοντέρνος καλλιτέχνης, έπαιζε το ρόλο του, οι πίνακές του προσέφεραν και προσφέρουν μια ιδέα της εσωτερικής του σύγχυσης και οργής. Οι προσωπογραφίες του τού Dyer δείχνουν τον εραστή του παραμορφωμένο, κατακερματισμένο, ουσιαστικά αποκομμένο από το σώμα του. Το Πορτρέτο του George Dyer στον Καθρέφτη, 1967- 68 [εικόνα 8] απεικονίζει τον Dyer να κάθεται σε κάτι που μοιάζει με περιστρεφόμενη καρέκλα γραφείου, με το παραμορφωμένο του πρόσωπο, σχισμένο στη μέση, να αντικατοπτρίζεται σε κάτι που μοιάζει με αναλόγιο. Κατά μήκος του πίνακα υπάρχεί χυμένη σε δυο σημεία λευκή μπογιά, που θυμίζει σπέρμα και αλλοιώνει την εικόνα. Είτε εξέφραζε τη σεξουαλική διάσταση της σχέσης τους, είτε την ανάγκη του να κατοχυρώσει μια συγκεκριμένη προσωπική έκφραση ή ιδιοκτησία, ακόμα και με μια απεικόνιση, έτσι ο Μπέικον καθιστούσε δημόσια μια ενδότερη, ιδιαίτερα σημαντική όψη της συναισθηματικής του ζωής.
Ο Μπέικον θα ήταν σχεδόν ικανός να πει, όπως Πικάσο, που αναγνώριζε ως μέντορά του, είχε ισχυριστεί κάποτε: “Το έργο μου είναι σαν προσωπικό ημερολόγιο. Για να το καταλάβετε, πρέπει να δείτε πώς καθρεφτίζει τη ζωή μου”. Καθώς δεν διαθέτουμε κάποιο σαφή σχολιασμό του Μπέικον για να μας υποδείξει τη σωστή κατεύθυνση, πρέπει αναγκαστικά να συσχετίσουμε τα γεγονότα της ζωής του καλλιτέχνη με τις σκηνές που στήνει στις συνθέσεις του. Κάποιες απεικονίζουν σώματα παραμορφωμένα, που μοιάζουν να βασανίζονται, μια ονειρική κατάσταση όπου η πραγματικότητα της σάρκας και οι πιο παράξενες γωνιές της φαντασίας δείχνουν να έχουν τον πλήρη έλεγχο. Στο Τρίπτυχο, 1973 [εικόνες 12, 13, 14], υπάρχει κάποιο στοιχείο αυτοπροσωπογραφίας, μιας μορφής που παρατηρεί επικριτικά τον εαυτό της, το ποιος είναι και το τι είναι. Αν και τέτοιοι δυνατοί πίνακες είναι έντονα προσωπικοί, υπαινίσσονται πολλά για την “ανθρώπινη κατάσταση” εν γένει. Η παρατήρηση μιας φιγούρας καθώς κοιμάται, όπως αυτής στον πίνακα Κοιμώμενη Μορφή, 1974, [εικόνα 15] εμφυσά στον θεατή κάτι από τη δύναμη του καλλιτέχνη. Μπορούμε να κοιτάξουμε χωρίς να μας δουν, μπορούμε να εξετάσουμε το σώμα, να το παρατηρήσουμε με θαυμασμό ή επικριτική διάθεση, ασφαλείς μέσα στην επίγνωση της ανωνυμίας μας.
15. Κοιμώμενη Μορφή, 1974
Αναμφίβολα το σημείο εκκίνησης κάθε γνήσιας αποτίμησης της “queer”-ομοερωτικής τέχνης του Μπέικον – μιας τέχνης που, παρά την παραδοσιακή της φόρμα, συνέχισε να εξερευνά αποκλίνοντα, εξόχως προσωπικά και προκλητικά συναισθήματα, είναι το ίδιο το έργο και η γνώση της ζωής του. Όμως μια τέτοια προσπάθεια είναι αποτελεσματική μόνο αν καταφέρει όχι μόνο να εκφράσει ό,τι αισθανόταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης, μα και να εντοπίσει ένα νόημα με το οποίο όλοι μπορούμε να συνδεθούμε. Όσο ερμητικός κι αν ήταν ο Μπέικον ως προς το ακριβές αντικείμενο του έργου του, δεν έκανε κανένα συμβιβασμό όταν ήταν να το αποτυπώσει στον καμβά. Βρίσκεται εκεί για να το δούμε, και μπορεί να μας προσφέρει όχι μόνο μια εικόνα της τρικυμιώδους αισθηματικής ζωής του καλλιτέχνη, αλλά, το σημαντικότερο, και μια ερμηνεία των δύσκολων καιρών μας.
Ο Emmanuel Cooper είναι συγγραφέας, κριτικός, κεραμίστας και ραδιοφωνικός παραγωγός. Αρθρογραφεί τακτικά σε μια ποικιλία εντύπων. Καποια από τα βιβλία του είναι τα enry Scott Tuke, A Monograph, GMP. The Sexual Perspective: Homosexuality in Art in the Last 100 Years, Routledge, 2nd edition. Fully Exposed; The Male Nude in Photography, Routledge, 2nd edition (1995). People’s Art; Working Class Art 1750 to the Present Day, Mainstream. Ζει κι εργάζεται στο Λονδίνο.
Το παραπάνω κείμενο βασίζεται στο “Queer Spectacles”, που δημοσιεύθηκε στο Outlooks: Lesbian and Gay Sexualities and Visual Cultures, Επιμέλεια: Peter Horne και Reina Lewis, Routledge, London and New York, 1996.
[1] Εδουαρδιανός: Αναφερόμενος στα χρόνια της βασιλείας του Εδουάρδου VII στη Βρετανία(1901-1910), που συνέπεσε με την Belle Epoque, και χαρακτηρίστηκε από έντονα ταξικά στεγανά. Όσον αφορά την ανδρική μόδα, επικρατούσαν τα στενά, μακριά σακάκια και τα ψηλά, σκληρά κολάρα στο λαιμό. (σημείωση Desiderius)
[2] Η πρώτη βιογραφία ήταν του Daniel Farson, μακροχρόνιου φίλου του Μπέικον, με τίτλο “The gilded gutter life of Francis Bacon” (Century, Λονδίνο 1993), που αντλούσε απ’ τη φιλία του με τον ζωγράφο και τη βαθιά του γνώση της περιοχής του λονδρέζικου Soho. Το βιβλίο του Andrew Sinclair “Francis Bacon: His life and violent times” (Sinclair Stevenson, Λονδίνο 1993) είναι μια πιο σοβαρή κι αντικειμενική εργασία.
[3] Μarcel Proust, Remembrance of Things Past: Cities of the Plain. Μετάφραση: C. K. Scott Montcrief και Terence Kilmartin, Vol. II, Penguin, Λονδίνο 1983, σελίδες 623-656. [Αντιστοιχεί στο: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο IV: Σόδομα και Γόμορρα, Εστία 2001] Το σχετικό απόσπασμα αφηγείται μια τυχαία σεξουαλική συνεύρεση ανάμεσα στον Μ. de Charlus “για τον οποίο το ιδανικό είναι αρσενικό ακριβώς γιατί η ιδιοσυγκρασία (του) είναι τόσο θηλυκή”, και τον Jupien, έναν ράφτη. Εκεί περιγράφονται “αντικειμενικά” οι σχετικοί σεξουαλικοί κώδικες και πώς ξεπερνώνται (συχνά) οι κοινωνικοί φραγμοί. Ο Προυστ πηγαίνει παραπέρα και προσδιορίζει διαφορετικούς τύπους ομοφυλοφιλικών σχέσεων, αν και η όλη εικόνα δίνεται αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά.
[4] David Hockney: Βρετανός ζωγράφος (1937-), που ζει κι εργάζεται στο Λος Άντζελες. Υπήρξε σημαντικός εκπρόσωπος της βρετανικής ποπ αρτ, και για ένα διάστημα χετίστηκε με τον κύκλο του Άντι Γουόρχολ. Είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος, και αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ομοφυλόφιλους δημιουργούς του εικοστού αιώνα. (Σημείωση του Desiderius)
[5] Aπό: Michael Leris, “Βacon”, Phaidon. Παρατίθεται από τον Peter Lennon στους Times, 15/9/83.
Eικόνες: [1] Study of the Human Body, 1949, National Gallery of Victoria, Melbourne
[2] Two Figures, 1953, Ιδιωτική συλλογή
[3] Two Figures in the Grass, 1954, Ιδιωτική συλλογή
[4] Figures in a Landscape, 1956-7, Birmingham Museums and Art Gallery
[5, 6, 7] Three Figures in a Room, 1964, Muséé National d’Art Moderne, Centres George Pompidou, Paris
[8] Portrait of George Dyer, 1967-8, Fundacion Coleccion Thyssen-Bornemisza, Madrid
[9, 10, 11] Three Studies of Figures on Beds, 1972, Ιδιωτική συλλογή
[12, 13, 14] Triptych, May-June 1973, Mr. and Mrs. Saul P. Steinberg
[15] Sleeping Figure, 1974, A. Carter Pottash
ΥΓ: Λυπάμαι για την απουσία μου από την ιστόσφαιρα τον τελευταίο καιρό. Ένα οικογενειακό πρόβλημα με κράτησε μακριά από το ίντερνετ για δέκα περίπου μέρες.